Το 2012, στο 12ο Διεθνές Φεστιβάλ Λογοτεχνίας του Βερολίνου, είκοσι έξι συγγραφείς και εικονογράφοι κλήθηκαν να προβληματιστούν, να ανταλλάξουν απόψεις και να οραματιστούν μια φανταστική βιβλιοθήκη με όλα τα απαραίτητα βιβλία για  νέους αναγνώστες. Η Μαρία Παπαγιάννη, η οποία εκπροσώπησε την Ελλάδα, πρότεινε την Οδύσσεια του Ομήρου.

Το κείμενο εκδόθηκε στο συλλογικό τόμο
Keys to the Future – What kind of Children’ s  and Young Adult Literature does Europe need?

http://www.literaturfestival.com/ablage/kjl/archiv/projekte/europa/buch

Στη μικρή μου χώρα έχω ανακαλύψει ένα μικροσκοπικό χωριό που δεν υπάρχει σε κανέναν χάρτη. Εκεί πηγαίνω συχνά για να ατενίζω το Λιβυκό πέλαγος και τα Αστερούσια, τα βουνά που φτάνουν ως τα αστέρια. Σ΄ αυτό τον τόπο μένουν κάποιοι αετοί που τρώνε μόνο το μεδούλι ρουφώντας το σχολαστικά μέσα από τα κόκαλα των θυμάτων τους. Είναι ένας μικρός τόπος όπου δεν περνάει κανένας δρόμος που να σε οδηγεί κάπου αλλού. Οι άνθρωποι βγάζουν τα απαραίτητα από τα περιβόλια τους και τα ζώα τους και βγάζουν κι αυτά που νοστιμίζουν τη ζωή αλάτι από τα βράχια της θάλασσας και μέλι, δώρο των μελισσών που τρυγούν λαίμαργα το θυμάρι που περισσεύει στην περιοχή. Εδώ οι άνθρωποι δεν έχουν ταξιδέψει ποτέ όμως ξέρουν ιστορίες για κάθε πέτρα του τόπου τους.  Σαν τα μάτια τους να μην ξέχασαν, να μην κουράστηκαν και βλέπουν κι ακούνε περισσότερα πράγματα από τους άλλους. Μ΄ εντυπωσιάζει πάντα η αξιοπρέπεια τους απέναντι στην ανέχεια, στον πόνο αλλά και στη χαρά. Από την άλλη το πάθος τους στα τραγούδια τους και στους χορούς τους. Το μόνο που δεν καταλαβαίνω είναι η αδιαφορία τους για τα ταξίδια.  Γι΄ αυτούς όλα συμβαίνουν εδώ.

Αυτός ο μικρός τόπος είναι μια κουκκίδα άμμου στη μεγάλη Ευρώπη.  Κι εδώ μένουν νεαροί Ευρωπαίοι που κάνουν χιλιόμετρα κάθε μέρα για να φτάσουν στο σχολείο.

Από την άλλη μεριά στο σπίτι μου στην Αθήνα μεγαλώνω δυο νεαρούς έφηβους που ονειρεύονται να κάνουν σπουδές, να γυρίσουν τον κόσμο, που πάνε στο σχολείο, στο θέατρο, σε μουσεία, σε συναυλίες, σε κλαμπ. Κι αυτοί κι οι φίλοι τους είναι Ευρωπαίοι με τα ίδια δικαιώματα ελπίζω με τα παιδιά που ζούνε στο απομονωμένο χωριό της Κρήτης αλλά και με τα παιδιά που μεγαλώνουν στις μεγάλες πόλεις της Ευρώπης. Είναι όλοι παιδιά. Μικρά κομμάτια της μεγάλης οικογένειας.  Και πρέπει να μάθουν να μοιράζονται τον ίδιο κόσμο, να νοιάζονται ο ένας για τον άλλον.

Όλα αυτά τα παιδιά σήμερα συναντιούνται και κολυμπούν μαζί στον παράδεισο του διαδικτύου. Μια ευτυχισμένη περίοδος υπερπληροφόρησης όπου ο υπολογιστής είναι τα πάντα. Παιχνίδι, πληροφορίες, γνώσεις. Δεν είναι όμως κάτι ολοκληρωμένο, με αρχή μέση και τέλος όπως είναι το βιβλίο, μια παράσταση, μια ταινία. Πώς να μιλήσεις λοιπόν σ΄ αυτά τα παιδιά που σερφάρουν με ταχύτητα στην επιφάνεια της θαλάσσης;

Πώς να πιάσεις το μίτο της Αριάδνης, να ξορκίσεις τις αδικίες που τους εγκλωβίζουν στο λαβύρινθο του Μινώταυρου; Γιατί τα παιδιά όπου κι αν μεγαλώνουν βλέπουν και μαθαίνουν πια γρήγορα στην εποχή μας ότι ο κόσμος είναι γεμάτος αναίτιους πολέμους, , παράλογη βία, κοινωνική αδικία κι ότι στο τέλος δεν νικάνε πάντα οι καλοί. Και να που μέσα σ΄ αυτή τη δίνη της καθημερινότητας το βασίλειο του «Μια φορά κι έναν καιρό» μπορεί να αλλάζει φόρμα αλλά παραμένει σταθερό κι όρθιο όπως οι ανεμόμυλοι του Δον Κιχώτη.  Μήπως είναι η αντίδρασή μας στη σύγχρονη βαρβαρότητα; Μήπως είναι η ανάγκη μας να ζήσουμε τη ζωή μας απλά όπως οι κάτοικοι ενός παλιού χωριού που αφουγκράζονται τη γη και παρατηρούνε τις κινήσεις του ουρανού; Μήπως είναι η ανάγκη μας να ονειρευτούμε ένα καινούργιο παραμύθι; Άλλωστε σε διάφορες περιόδους της ιστορίας οι μύθοι δεν ήταν ο τρόπος να εξηγηθούν τα ανεξήγητα; Μήπως και η εποχή μας βρίσκεται ακριβώς στην ίδια στιγμή; Στη στιγμή που έχουμε ανάγκη έναν σύγχρονο μύθο που θα μας μάθει ν’ ακούμε ο ένας τον άλλο, ν’ ακούμε τη γη  πριν την καταστρέψουμε τελείως κι ύστερα να ρουφάμε το μεδούλι όπως οι αετοί της Κρήτης;

Αγαπώ τα παραμύθια κι αν κάτι μου έμαθαν είναι ότι αυτός που νικάει στο τέλος είναι αυτός που θα τα βάλει με όλα τα στοιχειά, αυτός που θα διασχίσει το σκοτεινό δάσος κι εκείνος που θα κοντοσταθεί να αφουγκραστεί αυτό που του λέει ο δράκος, η πορτοκαλιά ή η ζαρωμένη γριά. Αυτός που βιάζεται δεν θα ακούσει ποτέ τη μαγική συμβουλή. Μήπως λοιπόν ήρθε η στιγμή να μάθουμε ν΄ ακούμε τους άλλους;

Μια μέρα όταν ο γιος μου ήτανε μικρός τρέχαμε να προλάβουμε να πάμε στο σχολείο πριν χτυπήσει το κουδούνι. Ο γιος μου ξαφνικά σταμάτησε. «Κάτι άκουσα μέσα στα δέντρα. Μια σαύρα ζητούσε απεγνωσμένα βοήθεια». Τον κοίταξα θυμωμένη. Άλλη μια πρόφαση για να χάσουμε το σχολείο. Κι ύστερα αυτός έβαλε τα κλάματα. Γύρισα και είδα ένα κουρασμένο δέντρο στο κέντρο μιας μεγάλης πόλης. Ο μικρός όμως επέμενε: «άκου». Και ξαφνικά ένιωσα τόσο  φτωχή! Πόσο δύσκολο είναι στους ρυθμούς της καθημερινότητας να μπορέσω να ακούσω την κραυγή μιας απελπισμένης σαύρας. Πόσο πλούσιος ήταν ο γιος μου που μπορούσε να ακούσει την  κραυγή για βοήθεια, που μπορούσε να μεταμορφώσει την πραγματικότητα για να μπορέσει να επιβιώσει. Πόσο πλούσια είναι τα παιδιά όλου του κόσμου πριν ευνουχίσουμε τη φαντασία τους. 

Τι βιβλίο χρειάζονται τα παιδιά της Ευρώπης; Παραμύθια πολλά παραμύθια για να ξορκίσουν το κακό. Κι ύστερα σκόρπιες λέξεις από βιβλία που έχω εγώ αγαπήσει παιδί που μου ΄ρχονται τώρα στο νου σαν ευχές. Όπως εκείνη την κουβέντα του μεγάλου Έλληνα συγγραφέα του Νίκου Καζαντζάκη : Φτάσε εκεί που μπορείς ή καλύτερα Φτάσε εκεί που δεν μπορείς. Κι εκείνος ο στίχος ενός αγαπημένου ποιητή του Νίκου Καββαδία : Χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία ή  Λυπήσου αυτούς που δεν ονειρεύονται.  Και πάνω από όλα ψηλά στο άρμπουρο του καλοδουλεμένου καραβιού που θα γυρίσει όλη την Ευρώπη ένας τυφλός παραμυθάς που λέει:

Γνώρισε πολιτείες πολλές, έμαθε πολλών ανθρώπων τις βουλές,
κι έζησε καταμεσής στο πέλαγος, πάθη πολλά που τον σημάδεψαν

Σηκώνοντας το βάρος για τη δική του τη ζωή και των συντρόφων του τον γυρισμό. Κι όμως δεν μπόρεσε που τόσο το επιθυμούσε να σώσει τους συντρόφους

Γιατί εκείνοι χάθηκαν απ΄ τα δικά τους τα μεγάλα σφάλματα,
νήπιοι και μωροί που πήγαν κι έφαγαν τα βόδια
του υπέρλαμπρου Ήλιου, κι αυτός τους άρπαξε του γυρισμού τη μέρα.”

Να γνωρίσεις δηλαδή όλο τον κόσμο, να μάθεις και να πάθεις… Χάνεται ο καθένας από τα δικά του σφάλματα. Ξεκίνα. Πέτα. Ψάξε το μεδούλι.

Κι αν βρεις εκείνο το βιβλίο που θ΄ αγαπήσεις και το ρουφήξεις θα νομίζεις ότι αν σηκωθείς λιγάκι στα δάχτυλα των ποδιών σου θ΄ αγγίξεις τα αστέρια