Το ποδήλατο κι εγώ

Ομολογώ ότι είναι καιρός τώρα που το ποδήλατό μου αν και σχέση πολύτιμη δεν είναι μέσα στην καθημερινότητα μου. Μένω στο κέντρο της Αθήνας, στο Μετς κι όταν ξεκινώ για διάφορες δουλειές στην Αθήνα, διασχίζω το Ζάππειο κι ως εδώ καλά αλλά στη συνέχεια πριν φτάσω δυο πεταλιές πιο πέρα, στο Σύνταγμα αρχίζει να με πιάνει πανικός που κορυφώνεται στην Πανεπιστημίου και πλέον στην Ομόνοια μετανιώνω τη στιγμή και την ώρα. Η Αθήνα δεν είναι μια πόλη που αγαπάει τα ποδήλατα παρόλο που είναι πολλοί οι οδηγοί που κορνάρουν φιλικά, που σε χαιρετούν και σε κάνουν να αισθάνεσαι ότι το να ποδηλατείς στο κέντρο της Αθήνας είναι μια πράξη αντίστασης. Αντίσταση σ΄ όλους αυτούς που βιάζονται και σε  προσπερνούν  και σε βρίζουν που τους καθυστερείς λες και δεν ξέρουν ότι θα συναντηθείτε ξανά στο επόμενο φανάρι. Αντίσταση στους ρυθμούς της καθημερινότητας, αντίσταση στην μιζέρια, αντίσταση στις ανέσεις, στην ταχύτητα και στην ομοιομορφία. Το ποδήλατο λοιπόν είναι για μένα σαν το εμπριμέ σπίτι που φυτρώνει ανάμεσα στις πληκτικές πολυκατοικίες, σαν τα μικρά λουλούδια που ξεπετάγονται ανάμεσα στο μπετόν. Το ποδήλατο είναι για μένα πράξη αντίστασης και ο άλλος τρόπος να βλέπεις την καθημερινότητα σου, να αρνείσαι τη φθορά του χρόνου και να διεκδικείς μια πιο ανθρώπινη πόλη.

Μεγάλωσα στην επαρχία, στη Λάρισα. Τα καλοκαίρια στο διπλανό Πλαταμώνα. Το ποδήλατο έπαιζε πάντα πρωταγωνιστικό ρόλο στη ζωή της οικογένειας και της πόλης χωρίς να μας περάσει ποτέ από το μυαλό ότι κάποτε θα είναι πράξη αντίστασης. Ο πατέρας μου πήγαινε και γυρνούσε από τη δουλειά με το ποδήλατο και για μένα ήταν εντελώς συνδυασμένο με το «η οικογένεια είναι ξανά μαζί» μετά από μια ολόκληρη μέρα. Όταν λοιπόν νύχτωνε τρέχαμε να υποδεχτούμε τον μπαμπά και το ποδήλατο. Η πόρτα άνοιγε ο μπαμπάς παρέδιδε το ποδήλατο στη μαμά μου κι έπαιρνε εμένα αγκαλιά. Το ποδήλατο ξεκουραζότανε πίσω από την πόρτα ως την άλλη μέρα το πρωί. Την Κυριακή πρωί πρωί ξυπνούσαμε ο μπαμπάς φρόντιζε το ποδήλατο και η αδελφή μου κι εγώ βάζαμε τα κυριακάτικα για την καθιερωμένη βόλτα. Εγώ μπροστά η αδελφή μου από πίσω ο μπαμπάς στο πετάλι ξεκινούσαμε και οι τρεις μας για μια βόλτα ως το Υδραγωγείο όπου ξεκινούσε η εξοχή. Παίζαμε, τρέχαμε, μαζεύαμε λουλούδια κι ύστερα πάλι όλοι μαζί και οι τρεις στο ποδήλατο. Με τη μαγεία της φωτογραφίας έχω κρατήσει δυο αγαπημένες στιγμές της παιδικής μου ηλικίας. Στην μια είμαστε οι τρεις μας στο ποδήλατο. Ο πατέρας μου όμορφος, νέος κι εμείς με τα φουστανάκια καλοχτενισμένες ξεκινάμε για την κυριακάτικη βόλτα. Η δεύτερη φωτογραφία είναι από την επιστροφή. Έχουμε σταματήσει στο διπλανό φούρνο. Ο πατέρας μου κρατάει το μεγάλο ταψί κι η αδελφή μου κι εγώ σπρώχνουμε το ποδήλατο ως το σπίτι.

Και δεν ήτανε ότι η οικογένεια μας ήταν διαφορετική. Τα ποδήλατα ήταν το βασικό μέσο μεταφοράς. Θυμάμαι μια άλλη χαρακτηριστική σκηνή με ποδήλατο που σήμερα μοιάζει σουρεαλιστική. Τις ξεχωριστές Κυριακές παραγγέλναμε παγωτό από το Ολύμπιον το κεντρικό ζαχαροπλαστείο της πόλης. Θυμάμαι τον υπάλληλο του ζαχαροπλαστείου να έρχεται με το ποδήλατο και να κρατάει στο ένα χέρι τον σιδερένιο δίσκο με τα παγωτά τα οποία ήταν όλα σε ψηλό γυάλινο ποτήρι. Δυο μπάλες παγωτό, σαντιγί και σιρόπι κι όλα έφταναν χωρίς να στραπατσαριστούν.

Ήταν ακόμα η εποχή που ήμουνα πολύ μικρή και η ζωή έτρεχε αργά στους ρυθμούς του ποδηλάτου. Μεγαλώνοντας έμαθα ποδήλατο κατευθείαν φυσικά στις δυο ρόδες κι έτσι γρήγορα πήρα τη ζωή στα χέρια μου. Μπορούσα να γυρνάω όσο γρήγορα θέλω τα πετάλια και να τρέχω πιο γρήγορα πια. Τα πόδια γεμάτα γρατσουνιές και πληγές αλλά ποτέ δεν το βάλαμε κάτω. Μεγαλώνοντας κι άλλο στην εφηβεία μας κάναμε τη μεγαλύτερη υπέρβαση. Με το ποδήλατο σπάζαμε τους κανόνες και υπερβαίναμε τα όρια. Τα καλοκαίρια στον Πλαταμώνα αγόρια κορίτσια καβαλούσαμε τα ποδήλατο κι εξαφανιζόμασταν. Σε γήπεδα, σε παραλίες, δίπλα στις  γραμμές του τρένου, κάτω από γέφυρες, μεγάλες ανηφόρες και κατηφόρες. Το ποδήλατό μου ήταν ο μοναδικός μάρτυρας του πρώτου μεγάλου έρωτα. Τρέχοντας πιάσαμε τα χέρια, πέσαμε και τα ποδήλατά μας αγκαλιάστηκαν πρώτα. Κι ύστερα τα ποδήλατα μας οδηγούσανε σε πιο ερημικές γωνιές και μεις πάντα τα ανταμείβαμε, αφήνοντας το ένα δίπλα στο άλλο. Ειλικρινά νιώθω ότι το ποδήλατο της εφηβείας με γλίτωσε πολλές φορές από την πλήξη, τη μελαγχολία και τις αυτοκαταστροφικές μοναξιές.

Μεγαλώνοντας μπλέξαμε. Δουλειές, τρεξίματα, στα ελάχιστα διαλείμματα πάντα στις Κυκλάδες σε κακοτράχαλες παραλίες που δεν ευνοούσαν το ποδήλατο κι έτσι ο κολλητός των παιδικών χρόνων σταμάτησε να είναι απαραίτητος. Ώσπου ήρθαν τα παιδιά μου και ξανάνοιξε το σεντούκι με τα πολύτιμα κι άρχισαν να αποκτούν πάλι οι λέξεις σημασία. Ηλιοβασίλεμα, θάλασσα, ποδήλατο, ταξίδι. Έβαλα άνω τελεία στις υποχρεώσεις και στις πιστώσεις. Κι άρχισα να παρατηρώ την κόρη μου να προσπαθεί να κάνει τη μεγάλη της υπέρβαση για να ισορροπήσει στις δυο ρόδες. Το καλοκαίρι που τα κατάφερε φεύγαμε το πρωί και γυρνούσαμε το απόγευμα. Παίρναμε όλα τα δρομάκια κι όπου μας οδηγούσανε. Κουραζόμασταν και σταματούσαμε και κάναμε βουτιές. Στη συνέχεια γίναμε επαγγελματίες, πήραμε κράνος, φορέσαμε γάντια και αρχίσαμε τις μεγαλύτερες βόλτες. Ένα πρωινό είδαμε μια παρέα ξένων που γυρνούσανε την Ελλάδα με το ποδήλατο κι αφού τους πήραμε από πίσω πολλά χιλιόμετρα υποσχεθήκαμε ότι το άλλο καλοκαίρι θα πάμε μαζί τους. Το ποδήλατο έγινε πάλι σύμμαχος μου. Αυτή τη φορά για να προσεγγίσω τα παιδιά μου και να τους εμπνεύσω τη χαρά της απόδρασης, του ταξιδιού, του ονείρου. Κάπου εκεί έγινε το ποδήλατο αντίσταση. Αντίσταση στα ηλεκτρονικά παιχνίδια, στην απομόνωση και στην αποξένωση. Επιλέγαμε αυτοκίνητα που μπορούσανε να μεταφέρουνε ποδήλατα. Κι ήταν τόσο μεγάλη η χαρά μου όταν έβλεπα τα παιδιά μου τα καλοκαίρια να καίγονται στον ήλιο, να ρουφάνε τη ζωή και τα Χριστούγεννα αντί για game boy και play station να ζητούν το επόμενο ποδήλατο. Δεν λέω ότι το ποδήλατο και οι συχνές αποδράσεις μας ήταν η μόνη λύση, για μένα όμως ήταν ένας σοβαρός σύμμαχος. Φανταστείτε τη χαρά μου όταν μεγάλωσε και ο γιος μου και μου ζήτησε με απόγνωση να του μάθω εκείνο κιόλας το απόγευμα ποδήλατο σε δυο ρόδες γιατί βιαζότανε να ξεκινήσει προπόνηση. «Γιατί Στέργιο βιάζεσαι τόσο;» « Γιατί θέλω να κάνω το γύρο του κόσμου με τον κολλητό μου», μου είπε. «Πώς να πάω με 4 ρόδες;» Κι έτσι σκέφτηκα να γράψω αυτή τη μικρή ιστοριούλα,  το γύρο του κόσμου με το ποδήλατο.

Ο Πέτρος με το φίλο του το Στέργιο αποφασίζουν να κάνουν το γύρο του κόσμου. Στο τετράδιο Ταξιδιού, γράφουν  όσα πρέπει να πάρουν μαζί τους, πυξίδες, χάρτες, φακό κι όσα  δεν πρέπει να πάρουν μαζί τους, κορίτσια, μαμάδες, μπαμπάδες. Όταν όμως ο Στέργιος ανακοινώνει την απόφασή του να ταξιδέψουν με ποδήλατο, ο Πέτρος  βρίσκεται σε πολύ δύσκολη θέση. Πως λέει ένας ταξιδευτής στον κολλητό του: «δεν ξέρω ποδήλατο»; Η μαμά του φταίει για όλα. Αυτή τον πάει σε κάτι ξερονήσια χωρίς δρόμους. Τώρα ο Πέτρος πρέπει να μάθει απαραιτήτως, ποδήλατο.  Ζήτημα ζωής και θανάτου. Βάζει τα δυνατά του αλλά πέφτει και ξαναπέφτει. Ποιος όμως είπε ότι τα ωραία πράγματα στη ζωή είναι κι εύκολα; Ο Πέτρος θα καταλάβει ότι  για κάποια πράγματα αξίζει τον κόπο να βάζουμε τα δυνατά μας

Τώρα με τον γιο μου έχουμε κρατήσει ένα απόγευμα τη βδομάδα για το ποδήλατο. Κι ας μην είναι εύκολο να ανεβαίνουμε και να κατεβαίνουμε τους δρόμους του Μετς για να φτάσουμε στην εξοχή. Είναι όμως το δικό μας ραντεβού. Είναι κάτι που χαιρόμαστε κι οι δυο και το μοιραζόμαστε. Ονειρεύομαι πάντα ότι τα παιδιά μου θα γίνουν ταξιδευτές όπως άλλοι ονειρεύονται να μπούνε στο Πανεπιστήμιο ή να πετύχουν στη ζωή τους. Εγώ νομίζω ότι αν κατάφερα να τους κάνω να ονειρεύονται ταξίδια πέτυχα. Όλα τα υπόλοιπα ας τα διαλέξουνε μόνοι τους για το μυθιστόρημα της ζωής τους.