Ημερολόγιο

Τι ωραία μπαίνει το φως μέσα από το σκίσιμο μιας κουρτίνας όταν κάνεις ιστορία και το μυαλό δεν συγκεντρώνεται με τίποτα.

Έχω  την αίσθηση πως απόψε εδώ μέσα στην τάξη πετάμε πάνω από τα θρανία κι όλοι είναι χαρούμενοι σαν και μένα.

Τώρα η κυρία «Bateau» (ωραίο το παρατσούκλι της δασκάλας μας) ψάχνει στο σημειωματάριο της το επόμενο θύμα. Κάνε να μην είμαι εγώ: Παπαγιάννη… όχι… Χριστιάννα… yes!… Πάλι γλύτωσα. Η Χριστιάνα με κοιτάει με μίσος. Σηκώνεται στον πίνακα και κάτι λέει για την ελληνική επανάσταση. Δεν θέλω να μεγαλώσω. Μεγάλη, κουρασμένη, χωρίς όνειρα; Τι μονοτονία! Να βαριέσαι να τρέξεις ξυπόλητη στην άμμο, να φοβάσαι να ουρλιάξεις στον ουρανό. Μυαλό μου γύρνα πίσω. Σχολείο, μπλε το χρώμα της ποδιάς μας και κάτω απ΄ αυτό εμείς που διψούμε για ζωή, για εκπλήξεις. Σήμερα είχε έναν υπέροχο ήλιο. Δεν θέλαμε να κάνουμε μάθημα με τέτοιον ήλιο. Εκδρομή! Φωνάζαμε. Η απάντηση; Η ίδια. Μπείτε στις τάξεις.

Εμείς φταίμε που δεν μπορούμε να καταλάβουμε τη γλώσσα σας;  Τα ίδια και στο σπίτι. Χτες σκεφτόμουνα το σημερινό πρόγραμμα και μ΄ έπιασαν τα νεύρα. Ένιωθα κουρασμένη, θυμωμένη. Μπαίνει η μαμά κι αρχίζει το ίδιο τροπάρι. Είσαι τόσο μικρή! Γιατί στεναχωριέσαι; ΟΚ μαμά μου. Τι ωραία να βάζαμε δίπλα στις ηλικίες και χρωματιστά κουμπάκια. Κάτω από τα 12 δεν επιτρέπεται να στεναχωριόμαστε, να κουραζόμαστε …..

Η κυρία “ Bateau” χτυπάει το χάρακα στην έδρα. Σημειώστε: η δημοτική ποίηση είναι ο καθρέφτης ενός λαού…

….και το παράθυρο μιας τάξης λέω εγώ είναι η έξοδος ονείρων. Να χωθώ στην τρύπα της κουρτίνας! Κουδούνι! Ωχ. Την άλλη ώρα τεστ φυσικής. Ορίστε άκουσα καλά; Τύχη! Φυσική δεν θα γίνει. Συνέλευση των δασκάλων. 

Σκόρπιες σημειώσεις στα μαθητικά τετράδια.  Τόσα χρόνια μετά δεν θέλω πάλι να μεγαλώσω κι άλλο. Μ¨ αρέσει να το σκάω ακόμα μέσα από τις τρύπες της κουρτίνας. Α ναι είχα δίκιο. Δεν υπάρχουν χρωματιστά κουμπάκια δίπλα σε κάθε ηλικία.  Για το μόνο που διαφωνώ είναι πως τώρα μ΄ ενδιαφέρουν τα δημοτικά τραγούδια και η ιστορία και τόσα άλλα που τότε δεν καταλάβαινα τη χρησιμότητά τους.

Το ποδήλατο κι εγώ

Το ποδήλατο κι εγώ

Ομολογώ ότι είναι καιρός τώρα που το ποδήλατό μου αν και σχέση πολύτιμη δεν είναι μέσα στην καθημερινότητα μου. Μένω στο κέντρο της Αθήνας, στο Μετς κι όταν ξεκινώ για διάφορες δουλειές στην Αθήνα, διασχίζω το Ζάππειο κι ως εδώ καλά αλλά στη συνέχεια πριν φτάσω δυο πεταλιές πιο πέρα, στο Σύνταγμα αρχίζει να με πιάνει πανικός που κορυφώνεται στην Πανεπιστημίου και πλέον στην Ομόνοια μετανιώνω τη στιγμή και την ώρα. Η Αθήνα δεν είναι μια πόλη που αγαπάει τα ποδήλατα παρόλο που είναι πολλοί οι οδηγοί που κορνάρουν φιλικά, που σε χαιρετούν και σε κάνουν να αισθάνεσαι ότι το να ποδηλατείς στο κέντρο της Αθήνας είναι μια πράξη αντίστασης. Αντίσταση σ΄ όλους αυτούς που βιάζονται και σε  προσπερνούν  και σε βρίζουν που τους καθυστερείς λες και δεν ξέρουν ότι θα συναντηθείτε ξανά στο επόμενο φανάρι. Αντίσταση στους ρυθμούς της καθημερινότητας, αντίσταση στην μιζέρια, αντίσταση στις ανέσεις, στην ταχύτητα και στην ομοιομορφία. Το ποδήλατο λοιπόν είναι για μένα σαν το εμπριμέ σπίτι που φυτρώνει ανάμεσα στις πληκτικές πολυκατοικίες, σαν τα μικρά λουλούδια που ξεπετάγονται ανάμεσα στο μπετόν. Το ποδήλατο είναι για μένα πράξη αντίστασης και ο άλλος τρόπος να βλέπεις την καθημερινότητα σου, να αρνείσαι τη φθορά του χρόνου και να διεκδικείς μια πιο ανθρώπινη πόλη.

Μεγάλωσα στην επαρχία, στη Λάρισα. Τα καλοκαίρια στο διπλανό Πλαταμώνα. Το ποδήλατο έπαιζε πάντα πρωταγωνιστικό ρόλο στη ζωή της οικογένειας και της πόλης χωρίς να μας περάσει ποτέ από το μυαλό ότι κάποτε θα είναι πράξη αντίστασης. Ο πατέρας μου πήγαινε και γυρνούσε από τη δουλειά με το ποδήλατο και για μένα ήταν εντελώς συνδυασμένο με το «η οικογένεια είναι ξανά μαζί» μετά από μια ολόκληρη μέρα. Όταν λοιπόν νύχτωνε τρέχαμε να υποδεχτούμε τον μπαμπά και το ποδήλατο. Η πόρτα άνοιγε ο μπαμπάς παρέδιδε το ποδήλατο στη μαμά μου κι έπαιρνε εμένα αγκαλιά. Το ποδήλατο ξεκουραζότανε πίσω από την πόρτα ως την άλλη μέρα το πρωί. Την Κυριακή πρωί πρωί ξυπνούσαμε ο μπαμπάς φρόντιζε το ποδήλατο και η αδελφή μου κι εγώ βάζαμε τα κυριακάτικα για την καθιερωμένη βόλτα. Εγώ μπροστά η αδελφή μου από πίσω ο μπαμπάς στο πετάλι ξεκινούσαμε και οι τρεις μας για μια βόλτα ως το Υδραγωγείο όπου ξεκινούσε η εξοχή. Παίζαμε, τρέχαμε, μαζεύαμε λουλούδια κι ύστερα πάλι όλοι μαζί και οι τρεις στο ποδήλατο. Με τη μαγεία της φωτογραφίας έχω κρατήσει δυο αγαπημένες στιγμές της παιδικής μου ηλικίας. Στην μια είμαστε οι τρεις μας στο ποδήλατο. Ο πατέρας μου όμορφος, νέος κι εμείς με τα φουστανάκια καλοχτενισμένες ξεκινάμε για την κυριακάτικη βόλτα. Η δεύτερη φωτογραφία είναι από την επιστροφή. Έχουμε σταματήσει στο διπλανό φούρνο. Ο πατέρας μου κρατάει το μεγάλο ταψί κι η αδελφή μου κι εγώ σπρώχνουμε το ποδήλατο ως το σπίτι.

Και δεν ήτανε ότι η οικογένεια μας ήταν διαφορετική. Τα ποδήλατα ήταν το βασικό μέσο μεταφοράς. Θυμάμαι μια άλλη χαρακτηριστική σκηνή με ποδήλατο που σήμερα μοιάζει σουρεαλιστική. Τις ξεχωριστές Κυριακές παραγγέλναμε παγωτό από το Ολύμπιον το κεντρικό ζαχαροπλαστείο της πόλης. Θυμάμαι τον υπάλληλο του ζαχαροπλαστείου να έρχεται με το ποδήλατο και να κρατάει στο ένα χέρι τον σιδερένιο δίσκο με τα παγωτά τα οποία ήταν όλα σε ψηλό γυάλινο ποτήρι. Δυο μπάλες παγωτό, σαντιγί και σιρόπι κι όλα έφταναν χωρίς να στραπατσαριστούν.

Ήταν ακόμα η εποχή που ήμουνα πολύ μικρή και η ζωή έτρεχε αργά στους ρυθμούς του ποδηλάτου. Μεγαλώνοντας έμαθα ποδήλατο κατευθείαν φυσικά στις δυο ρόδες κι έτσι γρήγορα πήρα τη ζωή στα χέρια μου. Μπορούσα να γυρνάω όσο γρήγορα θέλω τα πετάλια και να τρέχω πιο γρήγορα πια. Τα πόδια γεμάτα γρατσουνιές και πληγές αλλά ποτέ δεν το βάλαμε κάτω. Μεγαλώνοντας κι άλλο στην εφηβεία μας κάναμε τη μεγαλύτερη υπέρβαση. Με το ποδήλατο σπάζαμε τους κανόνες και υπερβαίναμε τα όρια. Τα καλοκαίρια στον Πλαταμώνα αγόρια κορίτσια καβαλούσαμε τα ποδήλατο κι εξαφανιζόμασταν. Σε γήπεδα, σε παραλίες, δίπλα στις  γραμμές του τρένου, κάτω από γέφυρες, μεγάλες ανηφόρες και κατηφόρες. Το ποδήλατό μου ήταν ο μοναδικός μάρτυρας του πρώτου μεγάλου έρωτα. Τρέχοντας πιάσαμε τα χέρια, πέσαμε και τα ποδήλατά μας αγκαλιάστηκαν πρώτα. Κι ύστερα τα ποδήλατα μας οδηγούσανε σε πιο ερημικές γωνιές και μεις πάντα τα ανταμείβαμε, αφήνοντας το ένα δίπλα στο άλλο. Ειλικρινά νιώθω ότι το ποδήλατο της εφηβείας με γλίτωσε πολλές φορές από την πλήξη, τη μελαγχολία και τις αυτοκαταστροφικές μοναξιές.

Μεγαλώνοντας μπλέξαμε. Δουλειές, τρεξίματα, στα ελάχιστα διαλείμματα πάντα στις Κυκλάδες σε κακοτράχαλες παραλίες που δεν ευνοούσαν το ποδήλατο κι έτσι ο κολλητός των παιδικών χρόνων σταμάτησε να είναι απαραίτητος. Ώσπου ήρθαν τα παιδιά μου και ξανάνοιξε το σεντούκι με τα πολύτιμα κι άρχισαν να αποκτούν πάλι οι λέξεις σημασία. Ηλιοβασίλεμα, θάλασσα, ποδήλατο, ταξίδι. Έβαλα άνω τελεία στις υποχρεώσεις και στις πιστώσεις. Κι άρχισα να παρατηρώ την κόρη μου να προσπαθεί να κάνει τη μεγάλη της υπέρβαση για να ισορροπήσει στις δυο ρόδες. Το καλοκαίρι που τα κατάφερε φεύγαμε το πρωί και γυρνούσαμε το απόγευμα. Παίρναμε όλα τα δρομάκια κι όπου μας οδηγούσανε. Κουραζόμασταν και σταματούσαμε και κάναμε βουτιές. Στη συνέχεια γίναμε επαγγελματίες, πήραμε κράνος, φορέσαμε γάντια και αρχίσαμε τις μεγαλύτερες βόλτες. Ένα πρωινό είδαμε μια παρέα ξένων που γυρνούσανε την Ελλάδα με το ποδήλατο κι αφού τους πήραμε από πίσω πολλά χιλιόμετρα υποσχεθήκαμε ότι το άλλο καλοκαίρι θα πάμε μαζί τους. Το ποδήλατο έγινε πάλι σύμμαχος μου. Αυτή τη φορά για να προσεγγίσω τα παιδιά μου και να τους εμπνεύσω τη χαρά της απόδρασης, του ταξιδιού, του ονείρου. Κάπου εκεί έγινε το ποδήλατο αντίσταση. Αντίσταση στα ηλεκτρονικά παιχνίδια, στην απομόνωση και στην αποξένωση. Επιλέγαμε αυτοκίνητα που μπορούσανε να μεταφέρουνε ποδήλατα. Κι ήταν τόσο μεγάλη η χαρά μου όταν έβλεπα τα παιδιά μου τα καλοκαίρια να καίγονται στον ήλιο, να ρουφάνε τη ζωή και τα Χριστούγεννα αντί για game boy και play station να ζητούν το επόμενο ποδήλατο. Δεν λέω ότι το ποδήλατο και οι συχνές αποδράσεις μας ήταν η μόνη λύση, για μένα όμως ήταν ένας σοβαρός σύμμαχος. Φανταστείτε τη χαρά μου όταν μεγάλωσε και ο γιος μου και μου ζήτησε με απόγνωση να του μάθω εκείνο κιόλας το απόγευμα ποδήλατο σε δυο ρόδες γιατί βιαζότανε να ξεκινήσει προπόνηση. «Γιατί Στέργιο βιάζεσαι τόσο;» « Γιατί θέλω να κάνω το γύρο του κόσμου με τον κολλητό μου», μου είπε. «Πώς να πάω με 4 ρόδες;» Κι έτσι σκέφτηκα να γράψω αυτή τη μικρή ιστοριούλα,  το γύρο του κόσμου με το ποδήλατο.

Ο Πέτρος με το φίλο του το Στέργιο αποφασίζουν να κάνουν το γύρο του κόσμου. Στο τετράδιο Ταξιδιού, γράφουν  όσα πρέπει να πάρουν μαζί τους, πυξίδες, χάρτες, φακό κι όσα  δεν πρέπει να πάρουν μαζί τους, κορίτσια, μαμάδες, μπαμπάδες. Όταν όμως ο Στέργιος ανακοινώνει την απόφασή του να ταξιδέψουν με ποδήλατο, ο Πέτρος  βρίσκεται σε πολύ δύσκολη θέση. Πως λέει ένας ταξιδευτής στον κολλητό του: «δεν ξέρω ποδήλατο»; Η μαμά του φταίει για όλα. Αυτή τον πάει σε κάτι ξερονήσια χωρίς δρόμους. Τώρα ο Πέτρος πρέπει να μάθει απαραιτήτως, ποδήλατο.  Ζήτημα ζωής και θανάτου. Βάζει τα δυνατά του αλλά πέφτει και ξαναπέφτει. Ποιος όμως είπε ότι τα ωραία πράγματα στη ζωή είναι κι εύκολα; Ο Πέτρος θα καταλάβει ότι  για κάποια πράγματα αξίζει τον κόπο να βάζουμε τα δυνατά μας

Τώρα με τον γιο μου έχουμε κρατήσει ένα απόγευμα τη βδομάδα για το ποδήλατο. Κι ας μην είναι εύκολο να ανεβαίνουμε και να κατεβαίνουμε τους δρόμους του Μετς για να φτάσουμε στην εξοχή. Είναι όμως το δικό μας ραντεβού. Είναι κάτι που χαιρόμαστε κι οι δυο και το μοιραζόμαστε. Ονειρεύομαι πάντα ότι τα παιδιά μου θα γίνουν ταξιδευτές όπως άλλοι ονειρεύονται να μπούνε στο Πανεπιστήμιο ή να πετύχουν στη ζωή τους. Εγώ νομίζω ότι αν κατάφερα να τους κάνω να ονειρεύονται ταξίδια πέτυχα. Όλα τα υπόλοιπα ας τα διαλέξουνε μόνοι τους για το μυθιστόρημα της ζωής τους.


Τα μηλαράκια του Κόφινα

Τέλος καλοκαιριού στα Κάτω Καπετανιανά, στα Αστερούσια όρη, κάτω από τη σκιά του Κόφινα. Αρμενίζοντας  στο Λιβυκό πέλαγος. Από τις στιγμές που τσιμπιέμαι προσπαθώντας να καταλάβω αν ταξίδεψα ή είναι ακόμα ένα από τα πολλά παραμύθια του φίλου μου του Γιώργη που δουλεύει στο Ηράκλειο αλλά πάντα επιστρέφει στο χωριό του, τα Κάτω Καπετανιανά. Τόσα που έχω ακούσει θέλω να πηγαίνω και να ξαναπηγαίνω να δοκιμάσω τις τηγάνες, να πάω στην Τρυπητή, να σκαρφαλώσω στα βουνά,  να βρεθώ εκεί όλες τις εποχές. Γιατί εκεί ακόμα οι μέρες είναι διαφορετικές. Μια στάλα τόπος πως χωράει τόσες υποσχέσεις;

Υπόσχεση ήταν και η αυθεντικότερη επιβίωση δεντρολατρείας στο σύγχρονο κόσμο στις 14 Σεπτεμβρίου, του Τίμιου Σταυρού που γιορτάζει το μικρό εκκλησάκι γαντζωμένο στην κορυφή του Κόφινα. Τα αγόρια του χωριού ανεβαίνουν από την προηγουμένη. Ποιος θα κόψει τα μηλαράκια που θα τοποθετηθούν πάνω στην Αγία Τράπεζα; Οι μηλίτσες του Κόφινα ριζωμένες στα απόκρημνα βράχια. Τα λένε μηλαράκια αλλά έχουν μέγεθος ρεβυθιού και είναι οι καρποί της σορβιάς της ακανθώδους. Δέντρα που λένε πως φύτρωσαν εκεί που γκρεμίστηκε μια προσκυνήτρια στα βράχια. Οι καρποί θα μείνουν όλοι νύχτα στο νερό της πηγής και την άλλη μέρα θα τα ευλογήσει ο παπάς πάνω στην Αγία Τράπεζα. Μεγάλοι και μικροί ανεβαίνουν αξημέρωτα στο εκκλησάκι. Ο ιερέας αφού ευλογήσει τους καρπούς τους περιφέρει στην κορυφή συνοδευόμενος από όλους τους πιστούς. Στο τέλος οι βλογημένοι καρποί με πολλές θεραπευτικές ιδιότητες θα μοιραστούν σαν αντίδωρο στον κάθε πιστό. Κι αυτός θα τον κρατήσει στο εικόνισμα για να ξορκίσει το κακό για έναν ολόκληρο χρόνο. Κι ύστερα πάλι του χρόνου, να είμαστε καλά, να μετράμε καλοκαίρια στην κορυφή του Κόφινα, ατενίζοντας το Λιβυκό πέλαγος

«Αγαπημένη μου κυρία Ζωρζ Σαρή…»

«Αγαπημένη μου κυρία Ζωρζ Σαρή…»

Ένα γράμμα με 30 χρόνια καθυστέρηση

Στα χρόνια της δικής μου εφηβείας, αναζητώντας παράθυρα διαφυγής, ταξιδεύοντας σε σελίδες λογοτεχνίας, «ανακάλυψα» (επιτέλους έλεγα τότε!) μια συγγραφέα που είχε ζήσει όσα ονειρευόμασταν, που έλεγε όσα φοβόμασταν να πούμε, που άνοιξε όλα τα παράθυρα και φύσηξε καθαρός αέρας και ξεσκόνισε τις σκέψεις μας. Εκείνο το πρώτο βιβλίο της Ζωρζ Σαρή ήταν το «Όταν ο ήλιος…». Όταν το τέλειωσα, έκλαψα από συγκίνηση. Κι ύστερα το διάβασα και το ξαναδιάβασα. Έτσι η Ζωρζ Σαρή μπήκε πρώτα στην καρδιά μου κι ύστερα γέμισε τα ράφια της εφηβικής μου βιβλιοθήκης. «Κόκκινη κλωστή δεμένη», «Ο θησαυρός της Βαγίας», «Το ψέμα»

Δεύτερη μαμά τη σκεφτόμουνα, αφού, χωρίς να ρωτάω, απαντούσε σε όλα όσα ήθελα να μάθω. Της μιλούσα χωρίς να της γράφω. Της εμπιστευόμουνα τα μυστικά μου χωρίς να το ξέρει. Δε μ’ ένοιαζε αν θα τη συναντούσα ποτέ. Μου είχε στείλει τόσα δώρα. Όλα της τα βιβλία που διάβαζα με μανία. Ανάμεσα στις πρώτες ερωτήσεις που απηύθυνα στους καινούριους φίλους ήταν: «Τι διαβάζεις;». Αν μου απαντούσαν «Ζωρζ Σαρή» ή «Άλκη Ζέη» (κι άλλη μεγάλη αγάπη), ήξερα πως ήδη είχα πολλά να μοιραστώ μαζί τους. Τώρα που μεγάλωσα τόσο πολύ μου φαίνεται αστείο πως μια συγγραφέας μπορεί να ήταν εισιτήριο για μια καινούρια φιλία, αλλά τα χρόνια που μεγάλωνα δε μιλούσαμε για τηλεοπτικές εκπομπές, σίριαλ και τηλεπαιχνίδια. Τα βιβλία ήταν ένα βασικό θέμα συζήτησης.

Γνώρισα τη Ζωρζ Σαρή πολλά χρόνια μετά, ως μαμά της κολλητής μου, της Μελίνας Καρακώστα, και μ’ εντυπωσίασε για άλλη μία φορά. Ήταν όπως έγραφε. Γεμάτη χιούμορ, ζωντάνια και χαρά για τη ζωή. Άλλωστε και η ίδια το έχει πει: «Οι συγγραφείς γράφουν πριν απ’ όλα για τον εαυτό τους, για να εκφραστούν οι ίδιοι πριν απ’ όλα, για να σωθούν». Η Ζωρζ Σαρή σε όλα της τα βιβλία αναπλάθει με τόση ζωντάνια διαφορετικές καταστάσεις, διαφορετικές εποχές, που παρασέρνει τον νεαρό αναγνώστη, τον κάνει να νιώθει πάντα ότι με κάποιον τρόπο ήταν κι αυτός εκεί… Η ίδια λέει και ξαναλέει ότι το μόνο που έκανε όταν ξεκίνησε να γράφει ήταν να αντιγράφει τα παιδιά της («Ο θησαυρός της Βαγίας») ή να θυμάται τα δικά της παιδικά χρόνια («Τα στενά παπούτσια») ή τα χρόνια του σχολείου («Ε.Π.») ή τα χρόνια της κατοχής, της νεότητας και της αντίστασης («Όταν ο ήλιος…»).

Η Ζωρζ Σαρή γεννήθηκε το 1925 στην Αθήνα. Η μητέρα της ήταν Γαλλίδα από τη Σενεγάλη και ο πατέρας της από το Αϊβαλί. Στην Ελλάδα τέλειωσε το δημοτικό και το γυμνάσιο. Στη διάρκεια της γερμανικής κατοχής συμμετέχει στην Αντίσταση και φοιτά στη δραματική σχολή του Δημήτρη Ροντήρη. Ή ίδια θυμάται εκείνη την περίοδο μ’ έναν εντελώς ιδιαίτερο τρόπο: «Τα χρόνια της Κατοχής ήταν χρόνια χαράς και ελευθερίας. Από δυστυχισμένοι γίναμε ευτυχισμένοι. Και αυτό γιατί διαλέξαμε τον δρόμο της ζωής και ας υπήρχε θάνατος μέσα. Θρηνούσαμε και χαιρόμασταν όλοι μαζί. Δε φοβόμασταν όμως. Υπήρχε ένας στόχος, η απελευθέρωση».

Το 1947 έφυγε εξόριστη για το Παρίσι, όπου συνέχισε μαθήματα υποκριτικής. Στην Ελλάδα επέστρεψε το 1962 και συνέχισε να παίζει θέατρο μέχρι την εποχή της δικτατορίας, όταν μαζί με άλλους ηθοποιούς αποφάσισαν να κάνουν παθητική αντίσταση και να μην ξαναπαίξουν στο θέατρο. Νομίζανε ότι θα ήταν για λίγους μήνες, γιατί, όπως λέει η ίδια πάλι με χιούμορ, «Βλέπεις, δε φανταζόμασταν ότι η δικτατορία θα κρατούσε τόσα χρόνια». Εκείνο το καλοκαίρι ξεκίνησε να γράφει το πρώτο της μυθιστόρημα, τον «Θησαυρό της Βαγίας», σαν παιχνίδι με τα παιδιά της και τους φίλους τους. Όταν είδε τη μεγάλη επιτυχία που είχε το βιβλίο, αποφάσισε να στραφεί στη συγγραφή. Αποδείχτηκε πολυγραφότατη, αφού έχει ήδη γράψει πάνω από είκοσι μυθιστορήματα, θεατρικά παιδικά έργα και βιβλία για πιο μικρά παιδιά. Έχει επίσης κάνει αρκετές μεταφράσεις μυθιστορημάτων από τα γαλλικά. Όλα της τα βιβλία έχουν κάνει πολλές επανεκδόσεις, ενώ κάποια έχουν βραβευτεί.

Βέβαια το σημαντικότερο βραβείο για τη Ζωρζ Σαρή είναι ότι, παρόλο που τα χρόνια περνάνε και οι καιροί αλλάζουν, τα παιδιά συνεχίζουν ν’ αγαπούν τα βιβλία της, συνεχίζουν να της γράφουν για να εκφράσουν τον θαυμασμό τους.

Ποιο είναι τελικά το μυστικό των βιβλίων της Ζωρζ Σαρή; Τι είναι αυτό που κάνει να τα διαβάζουν ευχάριστα τόσο οι μεγάλοι όσο και οι μικροί; (Πολύ τελευταία διάβασα το μυθιστόρημά της «Νινέτ» και νομίζω ότι είναι το καλύτερό της.) Πώς καταφέρνει να κερδίζει τα παιδιά; Μήπως γιατί ήταν από τους πρώτους συγγραφείς που τόλμησαν να μιλήσουν για σύγχρονα θέματα στα παιδιά χωρίς να σκορπούν ξύλινα διδάγματα; Μήπως γιατί οι ήρωές της είναι τόσο αληθινοί σαν τους φίλους που παίζουμε τα καλοκαίρια; Μήπως γιατί μιλάει πάντα για παιδιά με προσωπικότητα, ενδιαφέροντα και κρίση;

Νομίζω ότι την απάντηση τη δίνει η ίδια σε μια παλιά της συνέντευξη: «Ναι, είναι προσωπικά τα βιώματα των μυθιστορημάτων μου. Όμως η πανταχού παρούσα πρωταγωνίστρια (εγώ) είναι το “κόλπο” για να μιλήσω για το ιστορικό παρελθόν της χώρας μου (Κατοχή, Αντίσταση, Εμφύλιος, δικτατορία). Τα μυθιστορήματά μου τα πιστεύω περιπετειώδη μιας κι η ζωή είναι μια “περιπέτεια”… Οι προθέσεις μου, γράφοντας, ήταν η δική μου ανακούφιση, για να μην πω τη λέξη “λύτρωση”».

 

Όσο ήμουνα παιδί, δεν έγραψα γράμμα στην αγαπημένη μου συγγραφέα. Σήμερα, αν της έγραφα, θα της έλεγα ακριβώς τα ίδια που ήθελα να της πω και τότε:

Αγαπημένη μου κυρία Ζωρζ Σαρή, σας ευχαριστώ που μου μιλήσατε για την ελευθερία, την αξιοπρέπεια, τη φιλία σε μια εποχή που έψαχνα λιθαράκια για να στήσω τις αρχές της ζωής μου.