Σιγά μην περιμένει η ζωή πίσω από κλειστές πόρτες

ή

Να προσέχετε τους καρχαρίες

Μεγαλώνοντας, αδειάζουν τα χρώματα. Η οργή, ο θυμός, ο φόβος, η αγωνία. Όλα μπαίνουν στη ζωή μας, όλα χωράνε. Οι επιτυχίες, οι χαρές, οι απώλειες. Αν όμως θυμάμαι μια περίοδο εντελώς στοχευμένη, μια περίοδο όπου ένας ήταν ο σκοπός, μια περίοδο που έμοιαζε ότι θα πηδούσαμε πάνω από το αυλάκι της ευτυχίας, από το «ήμουν» στο «θα είμαι», ήταν η περίοδος των πανελληνίων εξετάσεων.

Δεν ξέρω αν έφταιγε ότι μεγάλωνα στην επαρχία, δεν ξέρω αν οι γονείς μου θεωρούσαν το πανεπιστήμιο μονόδρομο και μας είχαν γαλουχήσει με το όνειρο των σπουδών.

Δεν ξέρω αν έφταιγε ότι όλοι οι ωραίοι τύποι στην πόλη μας ήταν οι φοιτητές που έρχονταν στις γιορτές και κάνανε την πόλη πολύχρωμη.

Δεν ξέρω τι έφταιγε, πάντως ήξερα καλά ότι υπήρχε μια κόκκινη γραμμή που έκοβε τα πάντα στα δύο. Οι εξετάσεις για το πανεπιστήμιο. Το πριν και το μετά. Κοιτούσα με θλίψη τα παιδιά που δεν τα κατάφεραν κι έκαναν κι άλλο χρόνο φροντιστήριο, κι άλλο, κι ύστερα; Προσωπικά δεν μπορούσα να φανταστώ τίποτα ύστερα απ’ αυτό. Τώρα που το σκέφτομαι, νομίζω ότι από το δημοτικό ένα κομμάτι της προσπάθειας μου ήταν για τότε που θα πάω στο πανεπιστήμιο, θα φύγω από τη Λάρισα, θα γίνω ανεξάρτητη, θα γίνω εγώ, θα ξέρω τι θέλω και πού πάω. Θα μπορώ να σχεδιάσω ταξίδια και θα μπορώ να κάνω ό,τι θέλω, δηλαδή τόσα διαφορετικά σενάρια ζωής.

Είχαμε φορτώσει με τόσες προσδοκίες αυτό το πέρασμα στο πανεπιστήμιο. Ήταν το διαβατήριο για την έξοδο από τους περιορισμούς της γενέθλιας γης στις προσκλήσεις μιας μεγαλούπολης, όπου μας περίμεναν η ποίηση, η επανάσταση αλλά και ο έρωτας. Εκεί, στο πανεπιστήμιο, θα ζούσαμε με τα… χίλια.

Ίσως γι’ αυτό ακούω πανελλήνιες και με πιάνει ακόμα πανικός. Θυμάμαι διάβαζα στο μπαλκόνι, καταπατώντας όλες τις υποσχέσεις ότι θα κοιμηθώ νωρίς, θα χαλαρώσω, δε θα έχω άγχος. Το τραπεζάκι γεμάτο σημειώσεις και γαρδένιες, απέναντι το πάρκο του Αλκαζάρ, νύχτα καλοκαιριού γεμάτη ήχους και μυρωδιές και υποσχέσεις, κι εγώ να μετρώ όλη τη ζωή μου την επόμενη μέρα. Αν δεν γράψω, αν δεν περάσω, αν δε φύγω. Την άλλη μέρα έγραφα σ’ ένα εξεταστικό κέντρο στην άλλη πλευρά της πόλης. Φτάνοντας, συνειδητοποίησα ότι είχα ξεχάσει την ταυτότητα. Γυρίσαμε πίσω, το αυτοκίνητο περνούσε όλα τα φανάρια ανεξαρτήτως χρώματος, έφτασα την ώρα που έκλειναν οι πόρτες, αλλά μπροστά στην απελπισία μου άνοιξαν. Για χρόνια μετά έβλεπα τον ίδιο εφιάλτη, ότι δε θα προλάβω, ότι οι πόρτες δε θα ανοίξουν, ότι η ζωή θα φύγει χωρίς εμένα μέσα. Μετά, πολύ μετά, κατάλαβα. Σιγά μην περιμένει η ζωή πίσω από κλειστές πόρτες.

Δε θα ήθελα τα παιδιά μου να περάσουν την ίδια αγωνία. Θα ήθελα να τους μάθω ότι η ευτυχία είναι φτιαγμένη από άλλα υλικά. Πως ό,τι κι αν διαλέξουν, πρέπει να το θέλουν πολύ. Θυμάμαι κάποια φίλη που ήθελε να σπουδάσει χορό, «και δε θα πάει στο πανεπιστήμιο;» είχε πει η θεία Λιλή. Ο χορός, η μουσική ήταν δραστηριότητες παράλληλες των πανεπιστημιακών χρόνων κι όχι σκοπός. Τι μικρός που ήταν ο κόσμος που ονειρευόμουν. Όχι, δε θέλω να σκέφτονται έτσι τα παιδιά. «Κι αν ο γιος σου σου πει ότι θέλει να γίνει ποδηλάτης ή ορειβάτης ή εκπαιδευτής δελφινιών, θα τον αφήσεις;» με ρώτησε μια φίλη.

Ναι, και μάλιστα θα φουσκώσω κι όσο μπορώ τα πανιά του για να κάνει το όνειρό του μεγαλύτερο. Γιατί τώρα ξέρω ότι καμιά πόρτα δε μας κάνει ευτυχισμένους, αν δε μάθαμε από μικροί να εκτιμάμε τη ζωή. Να δίνουμε μάχες. Να χαμογελάμε στα μικρά θαύματα της καθημερινότητας.

Το μόνο που θα πω στον γιο μου είναι αυτό που μου είπε και μένα ένας μικρός μου φίλος όταν του εκμυστηρεύτηκα το παιδικό μου όνειρο να κάνω τον γύρο του κόσμου με το ποδήλατο. «Κυρία, να προσέχετε όμως τους καρχαρίες. Δηλαδή, όταν θα βάλετε το ποδήλατο πάνω στη σχεδία ή στη βάρκα, να προσέχετε τους καρχαρίες μην τρυπήσουν τις ρόδες».

Και κάτι ακόμα που μου έμαθαν τα παραμύθια. Μπροστά μας ανοίγονται πολλοί δρόμοι. Άλλος πάει στο βουνό, άλλος στη θάλασσα, άλλος στο πανεπιστήμιο, άλλος στο χωριό. Είναι κρίμα να μην πάρεις τον δικό σου δρόμο. Κι αν πάλι συναντήσετε στον δρόμο σας καρχαρίες, προσέχετε μην τρυπήσουν τις ρόδες.

Ταξιδευτές 4 εποχών

Την αγόρασα πριν από 12 χρόνια. Τα παιδιά μου μικρά ακόμα, ήθελα να τους μυήσω σε διακοπές με σκηνή. Η Αλεξάνδρα 9, ο Στέργιος 4. Καλεσμένοι στο κτήμα της κολλητής. Όλες οι φίλες θα πηγαίναμε με τα παιδιά μας. Δεν είχα σκηνή και άρχισα την έρευνα αγοράς. Ήταν η ακριβότερη αλλά και η καλύτερη με διαβεβαίωσαν: «Τεσσάρων εποχών, βλέπετε». Το σκεφτόμουνα όταν χτύπησε το τηλέφωνο και ήταν ο άντρας μου ο οποίος μου είπε να την πάρω αμέσως γιατί ονειρευόταν διακοπές χειμώνα καλοκαίρι στη σκηνή. Στο κτήμα όλοι γέλασαν μαζί μου «Να σας δούμε χειμώνα στη σκηνή».

Όταν την άνοιξα συνειδητοποίησα ότι τόσα χρόνια ήμουνα βοηθός σκηνής. Εκτελούσα διαταγές αλλά ποτέ δεν είχα στήσει μια σκηνή ολομόναχη. Τα παιδιά με κοιτούσαν και περίμεναν να τους πω. Δεν ήθελα να τους απογοητεύσω κι έτσι μετά από πολλές ώρες ταλαιπωρία τα καταφέραμε οι τρεις μας και μπήκαμε στη σκηνή. Από εκείνη τη στιγμή άρχισαν τα πρώτα παράπονα. «Δεν μου αρέσει να κοιμάμαι πάνω στο χώμα. Δεν μου αρέσουν τα ζουζούνια. Φοβάμαι τα σκοτάδια που τρέχουν πάνω στη σκηνή». Τα ξεπεράσαμε όλα. Και σε λίγο ήμασταν όλοι πανευτυχείς κι έτοιμοι να απολαύσουμε τις διακοπές μας. Γελούσαμε κι ας έμπαινε χώμα στη σκηνή, βγάζαμε με προσοχή όποιο έντομο μας επισκεπτόταν δίχως πρόσκληση και τα σκοτάδια ήταν η αφετηρία για την επόμενη ιστορία.

Θυμάμαι τα δυο παιδιά επέμεναν να κοιμηθώ στη μέση. Ανοίξαμε το πίσω παράθυρο. Άκουγα την αναπνοή τους και κοιτούσα τα αστέρια. Μου φάνηκε ότι ένα αστέρι αναβόσβησε σαν να άκουσε την ευχή μου. «Να είμαστε πάντα καλά. Να αγκαλιαζόμαστε και να χωράμε στη σκηνή. Να ταξιδεύουμε. Να γνωρίζουμε τον κόσμο. Να γίνουν τα παιδιά μου ταξιδευτές».

Ξανασυναντήθηκα με τη σκηνή μετά από 12 χρόνια. Τα παιδιά αποφάσισαν να στήσουνε τη σκηνή στην παραλία της Ελυγιάς. Πριν τους υποσχεθώ ότι θα πάω στο Ηράκλειο να τους αγοράσω ανακάλυψα στην αποθήκη τη σκηνή με το ονοματεπώνυμο: 4 εποχών. Την έστειλα φωτογραφία στα παιδιά. «Εκείνη η σκηνή από το κτήμα στο Άστρος; Καλά μαμά άξιζε τα λεφτά της». 

Τόσα χρόνια και περίμενε εκείνη την υπόσχεση, «διακοπές χειμώνα, καλοκαίρι με σκηνή». Πήγα να γκρινιάξω αλλά ύστερα θυμήθηκα πόσα αγαπημένα καλοκαίρια πέρασα με τα παιδιά μου αγκαλιά σε κρεβάτια, σε παραλίες, σε πεζούλες. Και τα κατάφερα κι αγάπησαν τα καλοκαίρια, αγάπησαν τα φαράγγια, τις μοναχικές παραλίες, τις εξερευνήσεις και τις περιπέτειες. Τα κατάφερα. Κι ας περίμενε η σκηνή τόσα χρόνια. Η ευχή έπιασε. Τα παιδιά μου έγιναν ταξιδευτές  4 εποχών.  

Κελαηδί για πολλές ιστορίες

Από μικρή αγαπούσα τις ιστορίες. Τρελαινόμουνα να  ακούω τους μεγάλους να διηγούνται  σκηνές από τότε που ήταν νέοι. Μικρά κατορθώματα που φάνταζαν μαγικά στα αυτιά μου. Ήταν πάντα την ώρα του φαγητού. Όταν τα πιάτα αδειάζανε, όταν τα ποτήρια γέμιζαν και ξαναγέμιζαν, όταν τα παιδιά επιστρέφανε στα παιχνίδια, τότε άρχιζε το καλύτερο. «Θυμάσαι τότε που…» Οι πρώτες ιστορίες γεννούσαν γέλια, γέλια, τα γέλια τραγούδια, τα τραγούδια αγκαλιές κι ύστερα κι άλλες ιστορίες. Τα καλοκαίρια πέντε αδέλφια, πέντε οικογένειες και μια δωδεκάδα παιδιά μέναμε στο ίδιο σπίτι. Πέντε οικογένειες μια κουζίνα, μια αυλή. Το πρωί μας ξυπνούσε πάντα η μυρωδιά του φούρνου. Οι μαμάδες όλες στην κουζίνα, η μια να πλένει τις ντομάτες και τις πιπεριές, η άλλη να κόβει τα κρεμμύδια, η άλλη να ετοιμάζει το κρέας. Καλοκαιρινό φαγητό το κελαηδί και κυριακάτικο. Για το μεγάλο τραπέζι. Κανένας από τους φίλους μου δεν ήξερε τι ήταν το Κελαηδί. Ίσως να ήταν μια οικογενειακή εφεύρεση. «Γιατί το λένε κελαηδί;» ρωτούσα τις μαμάδες. « Γιατί όποιος το τρώει κελαηδάει» Το κρέας κολυμπούσε στις ντομάτες, στις πιπεριές και στα κρεμμύδια ενώ η μόνη χειμωνιάτικη νότα ήταν η φέτα που χιόνιζε το πολύχρωμο πιάτο. Δεν μου άρεσε ιδιαίτερα αλλά δεν έλεγα τίποτα γιατί σκεφτόμουνα ότι τις Κυριακές το Κελαηδί βοηθούσε τους μεγάλους να κελαηδήσουν κι άλλες ιστορίες. Και στην κουζίνα αρχηγός η γιαγιά. Καθότανε στην άκρη και θαύμαζε κόρες και νύφες να μαγειρεύουν. Αυτή η γιαγιά Βικτώρια τους είχε μάθει τη συνταγή. Δική της έμπνευση ήτανε. Κι ας είχε να το κάνει τόσα χρόνια ήξερε καλύτερα απ΄ όλες. Της έδειχναν το πιάτο με τη φέτα που ετοιμαζότανε να προσγειωθεί στην κορυφή της κατσαρόλας. Κι η γιαγιά Βικτώρια παρόλο που ούτε έβλεπε ούτε άκουγε τόσο καλά έβρισκε την ευκαιρία να ανοίξει κουβέντα. Την είχανε ξεχάσει όλο το πρωινό. Διακριτικά τραβιότανε την ώρα του μαγειρέματος στην άκρη της κουζίνας να μην πέσει καμιά άσπρη τρίχα από τον καλοφτιαγμένο κότσο της  στα σκεύη της κουζίνας «Μην βιάζεστε,  έβρασε καλά το κρέας;» «Λιώνει ρε μαμά!» «Ωχ μήπως το παραβράσατε;» Η πρωτότοκη και καλύτερη μαγείρισσα Μαρίκα έπαιρνε αποφασιστικά πρωτοβουλία. «Αν το συζητήσουμε κι άλλο σίγουρα σε λίγο δεν θα τρώγεται»  Έσβηνε τη φωτιά και ταξίδευε με μια κίνηση τη φέτα πάνω στην κατσαρόλα. Ύστερα έπαιρνε μια καθαρή πετσέτα και τη σκέπαζε. Το φαγητό ήταν έτοιμο και οι μαμάδες μπορούσαν να πάνε για ένα γρήγορο μπάνιο στη θάλασσα, να συναντήσουν για λίγο τους άντρες και τα παιδιά και να γυρίσουν πάλι γρηγορότερα για να στρώσουν το τραπέζι. Η γιαγιά έκανε παρέα στην κατσαρόλα με το Κελαηδί περιμένοντας παιδιά κι εγγόνια να γυρίσουν.  Ήμουν σίγουρη ότι εκείνη ακριβώς τη στιγμή η γιαγιά κάτι έριχνε στην κατσαρόλα, κάτι μαγικό κάτι που θα έκανε πάλι τα παιδιά της να κελαηδάνε ιστορίες. Μια Κυριακή παρακάλεσα τη μαμά μου να μην πάω για μπάνιο γιατί πονούσε η κοιλιά μου. «Καλά κάτσε ήσυχα στο δωμάτιο. Η γιαγιά θα είναι στην κουζίνα» Μόλις τους άκουσα όλους να φεύγουν πήγα ξυπόλητη και παραφύλαξα πίσω από την πόρτα της κουζίνας. Είδα τη γιαγιά μου να σηκώνεται σιγά σιγά, να σηκώνει την πετσέτα, να μυρίζει, να μυρίζει κι ύστερα να ψάχνει τις τσέπες της μαύρης ρόμπας της, να πιάνει κάτι και να πασπαλίζει το φαγητό. Ύστερα γύρισε και μου έκλεισε το μάτι. Αυτή η κίνηση έμεινε πάντα στο μυαλό μου σαν ένα  μεγάλο μυστικό. Δεν το μαρτύρησα σε κανέναν και δεν ρώτησα ποτέ τη γιαγιά μου τι μαγικό πρόσθετε στη συνταγή της.. Όταν πέθανε, μπήκα στο δωμάτιο της, άνοιξα τη ντουλάπα της και χάιδεψα τη μαύρη ρόμπα της. Έχωσα το χέρι μου στις τσέπες της κι εκεί λύθηκε το μεγάλο μυστήριο της παιδικής μου ηλικίας. Στη μια τσέπη ένα φυλλαράκι ξεραμένου βασιλικού, στο άλλο ένα κλαράκι ρίγανης. Είχαμε μεγαλώσει πια αρκετά. Τα παιδιά τα καλοκαίρια τρέχαμε ο καθένας με τις παρέες του στα νησάκια της άγονης γραμμής. Πίσω στο καλοκαιρινό σπίτι, το κυριακάτικο τραπέζι φτώχυνε. Από τότε όλα τα ξαδέλφια μου,  λένε ότι φτιάχνω το Κελαηδί καλύτερα απ΄ όλους.

Μοιρασμένα όνειρα

Είμαι τυχερή. Το γραφείο μου βλέπει δυο τρία δέντρα στριμωγμένα ανάμεσα σε πολυκατοικίες, αλλά δέντρα. Ακούω το  γείτονα να τα ποτίζει μετά μανίας την Κυριακή που δεν δουλεύει. Ο φίλος μου ο Χρήστος είναι κι αυτός τυχερός. Πάνω από τις πολυκατοικίες βλέπει, αν σκύψει, ένα κομμάτι Λυκαβηττό. Ονειρεύεται να φτιάξει στην ταράτσα του ένα μικρό δάσος και μπήκε σε λίστα αναμονής σ΄ ένα πρόγραμμα του Δήμου.  Μένουμε στο κέντρο της Αθήνας. Όμως αυτά τα δύο τρία δέντρα δημιουργούν τη ψευδαίσθηση μιας μικρής πολυτέλειας. Κάτω απ΄ αυτά τα δέντρα η κόρη μου άφηνε σημειώματα στις νεράιδες αναζητώντας τρόπους να επικοινωνήσει μαζί τους. Την παρακολουθούσα στην αρχή με χαρά κι αργότερα τη λυπόμουνα καθώς έψαχνε απεγνωσμένα να βρει σε ποια γλώσσα να τους μιλήσει. Έγραφε πάνω σε κορδέλες και τις έδενε σε κλαδιά, ζωγράφιζε μικρά κουρελάκια ή πολύχρωμα χαρτάκια ύστερα σκέφτηκε να κάνει σχέδια πάνω στα φύλλα. Είχε μεγάλη υπομονή, είχε το όνειρο, το πάθος και στο μικρό της μυαλό της έλειπε μόνο η σωστή φόρμα. Είχε ανάγκη όμως ένα παραμύθι που θα ξεκινούσε στη μικρή αυλή του σπιτιού μας. Συζητούσε μαζί μου κι έψαχνα με αγωνία να βρω τη σωστή απάντηση. Να της πω ότι δεν υπάρχουν νεράιδες, να την προσγειώσω στον κόσμο των μεγάλων; Δεν ήθελα. Εμείς ήμασταν αυτοί που της λέγαμε μετά μανίας παραμύθια κι απ΄ την άλλη μεγάλωνε σ΄ έναν κόσμο με τόσα λίγα υλικά ονείρων! Όταν πήγε στην πρώτη δημοτικού κι έμαθε την αλφαβήτα, τη βρήκα ένα προχωρημένο απόγευμα να επαναλαμβάνει κάτω από τα δυο δέντρα : «άλφα, βήτα….»  «Τι κάνεις ;» τη ρώτησα  «Σουτ! Καλώ τις νεράιδες». Με φώναξε δίπλα  της . Οι μικροί της φθόγγοι παντρεύονταν με τους καθημερινούς ήχους της γειτονιάς μας. Τα αυτοκίνητα που περνάνε, η Σεβερίνα που ψάχνει το γάτο της τον Πίπη, το κουδουνάκι του γάτου που πηδάει από μπαλκόνι σε μπαλκόνι και φυσικά ο διαρκής ήχος μιας ανοιχτής τηλεόρασης απ’ όλα τα διαμερίσματα αλλά κυρίως από το απέναντι διαμέρισμα στον πρώτο. Εκεί μένει μια κουφή γιαγιά και η νοσοκόμα της  που αλλάζει κάθε λίγο και λιγάκι, βουλγάρα, ρωσίδα, πολωνέζα, πάντα του ανατολικού μπλοκ γιατί η κυρία Νανά  στα νιάτα της έπαιζε πιάνο κι είχε σε πολύ εκτίμηση τη  ρώσικη σχολή. Το μυαλό μου ακολουθεί τους ήχους στ΄ απέναντι διαμερίσματα ενώ η κόρη μου συνεχίζει άλφα …βήτα. Κάποια στιγμή διακόπτει θυμωμένη. Οι νεράιδες δεν θα έρθουν αν δεν τραγουδήσεις κι εσύ άλφα…βήτα. Αφοπλιστικό το σχόλιο, αφοπλιστικό και το ύφος της. Αμήχανα συγκινημένη από την άλλη αρχίζω να μουρμουρίζω άλφα …βήτα και σιγά σιγά σβήνουν οι ήχοι απ΄ τα απέναντι μπαλκόνια κι είναι μόνο το άλφα βήτα και η ανάγκη της κόρης μου για έναν καινούργιο μύθο, στο δικό της σύγχρονο κόσμο. Κι είναι τόσο δύσκολο ν΄ ακούσεις τη φωνή του μύθου σ΄ έναν κόσμο που έχει εντελώς ξεχάσει τους προγόνους του και τα μονοπάτια τους μέσα στη φύση.

Αυτή την ιστορία της κόρης μου θυμήθηκα διαβάζοντας μια εβραϊκή  ιστορία. Ο  Baal Shem Tov και ο πιστός του γραφιάς πάνε να προσκυνήσουν τους Αγίους Τόπους. Το καράβι δεν μπορεί να ηρεμήσει και οι ναύτες περικυκλώνουν τους εβραίους θεωρώντας τους υπαίτιους της κακοτυχίας. Ο θάνατος μοιάζει βέβαιος.  Το χειρότερο είναι ότι ο Baal Shem Tov έχει ξεχάσει όλες τις ιερές προσευχές και δεν μπορεί να ζητήσει τη βοήθεια του θεού. Ο μαθητής του, τον παρακαλάει να προσπαθήσει αλλά δεν θυμάται τίποτα. Στο τέλος ο μεγάλος δάσκαλος και παραμυθάς ζητάει από τον πιστό του γραφιά να θυμηθεί αυτός κάτι. Αργά, με δυσκολία, θυμάται τα δυο πρώτα γράμματα του εβραϊκού αλφάβητου. Άρχισε λοιπόν δειλά να τα μουρμουρίζει με δυνατή φωνή. Άλεφ, Μπετ. Ο Baal Shem Tov επαναλαμβάνει τα γράμματα κι αυτά τα πιο απλά στοιχεία της γλώσσας έχουν μια τέτοια δύναμη που σώζονται από την καταστροφή

Κάθε εποχή είναι εποχή αλλαγών, αλλά η δική μας είναι μια εποχή καθολικών μεταμορφώσεων. Πολλά απλά πράγματα ανατρέπονται. Ηλεκτρονικά μέσα, καινούργιες τεχνολογίες διάδοσης της πληροφορίας. Κι όμως όσο τρέχουν οι πληροφορίες τόσο δυσχεραίνει  η ουσιαστική επικοινωνία των ανθρώπων με τα μέλη της οικογένειας, με τους φίλους τους, τους γείτονες, με τη φύση.  Μέσα σ΄ αυτή την καινούργια πραγματικότητα όλο και μεγαλώνει η ανάγκη για το αμετάβλητο. Και συχνά τα βασίλεια του «Μια φορά κι έναν καιρό» αποδεικνύονται πιο σταθερά από τους σύγχρονους γεωγραφικούς χάρτες.  Τα τελευταία χρόνια αναβιώνει μια αρχαία τέχνη. Παραμυθάδες, νεοιστορητές, φεστιβάλ παραμυθιού, αποσπερίδες, σεμινάρια αφήγησης και προφορικής παράδοσης. Στην Τζια, στη Βυτίνα, στην Καλλιπεύκη φέτος το καλοκαίρι γέμιζαν οι ραχούλες, τα δάση, οι πλαγιές από κόσμο που διψούσε ν΄ ακούσει παραμύθια. Μήπως μέσα στο καλπασμό μιας μηχανικής καθημερινότητας  μεγαλώνει ένα καινούργιο αίσθημα ότι η ανθρώπινη φωνή και η μνήμη είναι αναντικατάστατες; Μήπως αυτό που έχουμε ανάγκη είναι η ανανέωση ενός ζωντανού δεσμού ανάμεσα σ΄ αυτούς που διηγούνται και σ΄ αυτούς που ακούνε;  Μήπως είναι μια αντίδρασή στη σύγχρονη βαρβαρότητα; Πως αλλιώς εξηγείται το όλο και μεγαλύτερο ενδιαφέρον για μια τόσο απλή φόρμα;

Μήπως είναι η ανάγκη για μια ενδοσκόπηση αν συμφωνήσουμε με την άποψη ότι οι ιστορίες των προγόνων μας ζούνε πάντα μέσα μας αλλά η φωνή τους δεν μπορεί ν΄ ακουστεί στους σημερινούς ρυθμούς της ζωής; Ή μήπως είναι η ανάγκη μας για τα απλά, τα παλιά αυτονόητα; Η ανάγκη μας να ζήσουμε τη ζωή μας τελείως απλά ακριβώς όπως μια ιστορία; Μήπως είναι πάνω απ΄ όλα η ανάγκη να ονειρευτούμε έναν καινούργιο μύθο; Άλλωστε σε διάφορες περιόδους της ιστορίας οι μύθοι δεν ήταν ο τρόπος να εξηγηθούν τα ανεξήγητα και συγχρόνως ένας διαρκής στοχασμός πάνω στα άλυτα προβλήματα της ζωής; Μήπως και η εποχή μας βρίσκεται ακριβώς στην ίδια στιγμή; Στη στιγμή που έχουμε ανάγκη ένα σύγχρονο μύθο που θα μας μάθει ν΄ ακούμε ο ένας τον άλλον, ν΄  ακούμε τη φωνή της φύσης πριν την καταστρέψουμε τελείως; 

Ποιος είναι ο ήρωας στα παραδοσιακά παραμύθια όλου του κόσμου; Αυτός που διασχίζει τα σκοτεινά δάση, αυτός που νικάει τους δράκους, αυτός που τολμάει να τα βάλει με τα δύσκολα αλλά κυρίως αυτός που ακούει.. Αυτός που ακούει το ξωτικό, αυτός που ακούει το πνεύμα του δάσους, τη κουρασμένη γυναίκα στην άκρη του δρόμου που μπορεί να είναι μια πανίσχυρη μάγισσα ή ένα καλό πνεύμα. Αν έχει τ’ αυτιά του κλειστά και κυρίως αν βιάζεται θα προσπεράσει τη λύση του προβλήματος και θα είναι ανίσχυρος όταν θα χρειαστεί να τα βάλει με τα δύσκολα. Στα παραμύθια λοιπόν μαθαίνουμε ότι η ανάγκη ν΄ ακούς είναι εξίσου ηρωική πράξη με τη μάχη μ΄ ένα δράκο με καμιά ντουζίνα κεφάλια. Πως λοιπόν να αποτρέψω στο γιο μου που προσπαθεί να επικοινωνήσει με τα ζώα ή την κόρη μου παλιότερα που προσπαθούσε ν΄ ακούσει αυτό το διαφορετικό μέσα στο σούρουπο; Μήπως απλά εμείς ξεχάσαμε ν΄ ακούμε; Μήπως αυτό είναι που έχουμε περισσότερο ανάγκη; Μήπως ακόμα βιαστήκαμε  να ονοματίσουμε κάποια πράγματα κι ύστερα τα ξεχάσαμε; «Απαραίτητη η φαντασία για ένα ευτυχισμένο παιδί …» Ναι βέβαια αλλά μήπως δεν χάνουμε ευκαιρία για να διαμελίζουμε τα όνειρά του; Με τις καλύτερες προθέσεις βέβαια , το μπουκώνουμε γνώσεις και πληροφορίες, και το κομπιούτερ χρειάζεται και τα αγγλικά και κάτι αθλητικό και λίγο μουσική.  Τρέχουμε στο δρόμο να προλάβουμε να μη χτυπήσει το κουδούνι. Ο μικρός κοντοστέκεται : κάτι άκουσα μέσα στα δέντρα. Μια σαύρα ζητούσε απεγνωσμένα βοήθεια. Δίπλα σ΄ ένα μαραγκιασμένο δέντρο στο κέντρο μιας επιβαρυμένης πόλης δεν βλέπω παρά δυο τρία σκουπίδια πλαστικά . Ο μικρός επιμένει: άκου. Και ξαφνικά αισθάνομαι πόσο φτωχή είμαι. Πόσο δύσκολο είναι και για τους καλύτερους γονείς του κόσμου να μπορέσουν ν΄ ακούσουν την κραυγή για βοήθεια μιας μικρής σαύρας, την απελπισμένη ανάγκη του μικρού να μεταμορφώσει την πραγματικότητα για να μπορέσει να τη βιώσει. Κι ύστερα θέλω να πέσω στα τέσσερα, να βρω τη μικρή σαύρα αλλά η ώρα περνάει και το κουδούνι δεν ακούει ούτε σαύρες, ούτε δάκρυα. Μόνο χτυπάει.

Είχα διαβάσει μια συνέντευξη ενός σύγχρονου παραμυθά, του Εντνος που έλεγε πως  «μια από τις προκλήσεις της τέχνης του είναι να δώσει και πάλι νόημα στις λέξεις. Να σφυρηλατήσει υλικά ακόμα και αρχαία με τρόπο που να αντηχήσουν την κοινωνία και τις δυσλειτουργίες της. Το παραμύθι είναι σαν ένα βότσαλο που πρέπει να εμποδίζει την πόρτα να κλείσει»

Μέσα από τη μισάνοιχτη πόρτα σκέφτομαι ξανά ένα μικρό κορίτσι που αναζητά το παραμύθι της, επαναλαμβάνοντας τα μόνα γράμματα που ξέρει: άλφα βήτα . Έναν μεγάλο δάσκαλο και παραμυθά που μουρμουρίζει τα δικά του γράμματα : άλεφ μπέτ για να αποτρέψει μια καταστροφή. Έναν σύγχρονο παραμυθά που θέλει να δώσει και πάλι νόημα στις λέξεις. Λένε ότι οι μύθοι είναι μοιρασμένα όνειρα. Οι Αβορηγιανοί της Αυστραλίας ονομάζανε τη δημιουργία «Καιρό του Ονείρου» και τους μύθους τους όνειρα. Μήπως είμαστε ακριβώς σ΄ αυτό το σημείο;  Όλο αυτό το σύγχρονο ενδιαφέρον για τα παραμύθια είναι η ανάγκη να μοιραστούμε ένα όνειρο ή να ξαναονειρευτούμε έναν καινούργιο μύθο; Όσο τα δάση μας καίγονταν πάντως  εγώ που θαυμάζω τα δυο στριμωγμένα δεντράκια του ακάλυπτου, ο γείτονας που τη μόνη του ελεύθερη μέρα, την Κυριακή τα ποτίζει μετά μανίας, ο φίλος μου ο Χρήστος που σχεδιάζει δάσος στην ταράτσα του κι εκείνη η μικρή που στέλνει σήματα μέσα από τα χαμηλά κλαδιά μιας λεμονιάς στις νεράιδες βλέπαμε το ίδιο όνειρο. Μια γη που χάνεται και ζητάει απελπισμένα βοήθεια σαν τη μικρή σαύρα στο δρόμο για το σχολείο.

Ημερολόγιο

Τι ωραία μπαίνει το φως μέσα από το σκίσιμο μιας κουρτίνας όταν κάνεις ιστορία και το μυαλό δεν συγκεντρώνεται με τίποτα.

Έχω  την αίσθηση πως απόψε εδώ μέσα στην τάξη πετάμε πάνω από τα θρανία κι όλοι είναι χαρούμενοι σαν και μένα.

Τώρα η κυρία «Bateau» (ωραίο το παρατσούκλι της δασκάλας μας) ψάχνει στο σημειωματάριο της το επόμενο θύμα. Κάνε να μην είμαι εγώ: Παπαγιάννη… όχι… Χριστιάννα… yes!… Πάλι γλύτωσα. Η Χριστιάνα με κοιτάει με μίσος. Σηκώνεται στον πίνακα και κάτι λέει για την ελληνική επανάσταση. Δεν θέλω να μεγαλώσω. Μεγάλη, κουρασμένη, χωρίς όνειρα; Τι μονοτονία! Να βαριέσαι να τρέξεις ξυπόλητη στην άμμο, να φοβάσαι να ουρλιάξεις στον ουρανό. Μυαλό μου γύρνα πίσω. Σχολείο, μπλε το χρώμα της ποδιάς μας και κάτω απ΄ αυτό εμείς που διψούμε για ζωή, για εκπλήξεις. Σήμερα είχε έναν υπέροχο ήλιο. Δεν θέλαμε να κάνουμε μάθημα με τέτοιον ήλιο. Εκδρομή! Φωνάζαμε. Η απάντηση; Η ίδια. Μπείτε στις τάξεις.

Εμείς φταίμε που δεν μπορούμε να καταλάβουμε τη γλώσσα σας;  Τα ίδια και στο σπίτι. Χτες σκεφτόμουνα το σημερινό πρόγραμμα και μ΄ έπιασαν τα νεύρα. Ένιωθα κουρασμένη, θυμωμένη. Μπαίνει η μαμά κι αρχίζει το ίδιο τροπάρι. Είσαι τόσο μικρή! Γιατί στεναχωριέσαι; ΟΚ μαμά μου. Τι ωραία να βάζαμε δίπλα στις ηλικίες και χρωματιστά κουμπάκια. Κάτω από τα 12 δεν επιτρέπεται να στεναχωριόμαστε, να κουραζόμαστε …..

Η κυρία “ Bateau” χτυπάει το χάρακα στην έδρα. Σημειώστε: η δημοτική ποίηση είναι ο καθρέφτης ενός λαού…

….και το παράθυρο μιας τάξης λέω εγώ είναι η έξοδος ονείρων. Να χωθώ στην τρύπα της κουρτίνας! Κουδούνι! Ωχ. Την άλλη ώρα τεστ φυσικής. Ορίστε άκουσα καλά; Τύχη! Φυσική δεν θα γίνει. Συνέλευση των δασκάλων. 

Σκόρπιες σημειώσεις στα μαθητικά τετράδια.  Τόσα χρόνια μετά δεν θέλω πάλι να μεγαλώσω κι άλλο. Μ¨ αρέσει να το σκάω ακόμα μέσα από τις τρύπες της κουρτίνας. Α ναι είχα δίκιο. Δεν υπάρχουν χρωματιστά κουμπάκια δίπλα σε κάθε ηλικία.  Για το μόνο που διαφωνώ είναι πως τώρα μ΄ ενδιαφέρουν τα δημοτικά τραγούδια και η ιστορία και τόσα άλλα που τότε δεν καταλάβαινα τη χρησιμότητά τους.

Το ποδήλατο κι εγώ

Το ποδήλατο κι εγώ

Ομολογώ ότι είναι καιρός τώρα που το ποδήλατό μου αν και σχέση πολύτιμη δεν είναι μέσα στην καθημερινότητα μου. Μένω στο κέντρο της Αθήνας, στο Μετς κι όταν ξεκινώ για διάφορες δουλειές στην Αθήνα, διασχίζω το Ζάππειο κι ως εδώ καλά αλλά στη συνέχεια πριν φτάσω δυο πεταλιές πιο πέρα, στο Σύνταγμα αρχίζει να με πιάνει πανικός που κορυφώνεται στην Πανεπιστημίου και πλέον στην Ομόνοια μετανιώνω τη στιγμή και την ώρα. Η Αθήνα δεν είναι μια πόλη που αγαπάει τα ποδήλατα παρόλο που είναι πολλοί οι οδηγοί που κορνάρουν φιλικά, που σε χαιρετούν και σε κάνουν να αισθάνεσαι ότι το να ποδηλατείς στο κέντρο της Αθήνας είναι μια πράξη αντίστασης. Αντίσταση σ΄ όλους αυτούς που βιάζονται και σε  προσπερνούν  και σε βρίζουν που τους καθυστερείς λες και δεν ξέρουν ότι θα συναντηθείτε ξανά στο επόμενο φανάρι. Αντίσταση στους ρυθμούς της καθημερινότητας, αντίσταση στην μιζέρια, αντίσταση στις ανέσεις, στην ταχύτητα και στην ομοιομορφία. Το ποδήλατο λοιπόν είναι για μένα σαν το εμπριμέ σπίτι που φυτρώνει ανάμεσα στις πληκτικές πολυκατοικίες, σαν τα μικρά λουλούδια που ξεπετάγονται ανάμεσα στο μπετόν. Το ποδήλατο είναι για μένα πράξη αντίστασης και ο άλλος τρόπος να βλέπεις την καθημερινότητα σου, να αρνείσαι τη φθορά του χρόνου και να διεκδικείς μια πιο ανθρώπινη πόλη.

Μεγάλωσα στην επαρχία, στη Λάρισα. Τα καλοκαίρια στο διπλανό Πλαταμώνα. Το ποδήλατο έπαιζε πάντα πρωταγωνιστικό ρόλο στη ζωή της οικογένειας και της πόλης χωρίς να μας περάσει ποτέ από το μυαλό ότι κάποτε θα είναι πράξη αντίστασης. Ο πατέρας μου πήγαινε και γυρνούσε από τη δουλειά με το ποδήλατο και για μένα ήταν εντελώς συνδυασμένο με το «η οικογένεια είναι ξανά μαζί» μετά από μια ολόκληρη μέρα. Όταν λοιπόν νύχτωνε τρέχαμε να υποδεχτούμε τον μπαμπά και το ποδήλατο. Η πόρτα άνοιγε ο μπαμπάς παρέδιδε το ποδήλατο στη μαμά μου κι έπαιρνε εμένα αγκαλιά. Το ποδήλατο ξεκουραζότανε πίσω από την πόρτα ως την άλλη μέρα το πρωί. Την Κυριακή πρωί πρωί ξυπνούσαμε ο μπαμπάς φρόντιζε το ποδήλατο και η αδελφή μου κι εγώ βάζαμε τα κυριακάτικα για την καθιερωμένη βόλτα. Εγώ μπροστά η αδελφή μου από πίσω ο μπαμπάς στο πετάλι ξεκινούσαμε και οι τρεις μας για μια βόλτα ως το Υδραγωγείο όπου ξεκινούσε η εξοχή. Παίζαμε, τρέχαμε, μαζεύαμε λουλούδια κι ύστερα πάλι όλοι μαζί και οι τρεις στο ποδήλατο. Με τη μαγεία της φωτογραφίας έχω κρατήσει δυο αγαπημένες στιγμές της παιδικής μου ηλικίας. Στην μια είμαστε οι τρεις μας στο ποδήλατο. Ο πατέρας μου όμορφος, νέος κι εμείς με τα φουστανάκια καλοχτενισμένες ξεκινάμε για την κυριακάτικη βόλτα. Η δεύτερη φωτογραφία είναι από την επιστροφή. Έχουμε σταματήσει στο διπλανό φούρνο. Ο πατέρας μου κρατάει το μεγάλο ταψί κι η αδελφή μου κι εγώ σπρώχνουμε το ποδήλατο ως το σπίτι.

Και δεν ήτανε ότι η οικογένεια μας ήταν διαφορετική. Τα ποδήλατα ήταν το βασικό μέσο μεταφοράς. Θυμάμαι μια άλλη χαρακτηριστική σκηνή με ποδήλατο που σήμερα μοιάζει σουρεαλιστική. Τις ξεχωριστές Κυριακές παραγγέλναμε παγωτό από το Ολύμπιον το κεντρικό ζαχαροπλαστείο της πόλης. Θυμάμαι τον υπάλληλο του ζαχαροπλαστείου να έρχεται με το ποδήλατο και να κρατάει στο ένα χέρι τον σιδερένιο δίσκο με τα παγωτά τα οποία ήταν όλα σε ψηλό γυάλινο ποτήρι. Δυο μπάλες παγωτό, σαντιγί και σιρόπι κι όλα έφταναν χωρίς να στραπατσαριστούν.

Ήταν ακόμα η εποχή που ήμουνα πολύ μικρή και η ζωή έτρεχε αργά στους ρυθμούς του ποδηλάτου. Μεγαλώνοντας έμαθα ποδήλατο κατευθείαν φυσικά στις δυο ρόδες κι έτσι γρήγορα πήρα τη ζωή στα χέρια μου. Μπορούσα να γυρνάω όσο γρήγορα θέλω τα πετάλια και να τρέχω πιο γρήγορα πια. Τα πόδια γεμάτα γρατσουνιές και πληγές αλλά ποτέ δεν το βάλαμε κάτω. Μεγαλώνοντας κι άλλο στην εφηβεία μας κάναμε τη μεγαλύτερη υπέρβαση. Με το ποδήλατο σπάζαμε τους κανόνες και υπερβαίναμε τα όρια. Τα καλοκαίρια στον Πλαταμώνα αγόρια κορίτσια καβαλούσαμε τα ποδήλατο κι εξαφανιζόμασταν. Σε γήπεδα, σε παραλίες, δίπλα στις  γραμμές του τρένου, κάτω από γέφυρες, μεγάλες ανηφόρες και κατηφόρες. Το ποδήλατό μου ήταν ο μοναδικός μάρτυρας του πρώτου μεγάλου έρωτα. Τρέχοντας πιάσαμε τα χέρια, πέσαμε και τα ποδήλατά μας αγκαλιάστηκαν πρώτα. Κι ύστερα τα ποδήλατα μας οδηγούσανε σε πιο ερημικές γωνιές και μεις πάντα τα ανταμείβαμε, αφήνοντας το ένα δίπλα στο άλλο. Ειλικρινά νιώθω ότι το ποδήλατο της εφηβείας με γλίτωσε πολλές φορές από την πλήξη, τη μελαγχολία και τις αυτοκαταστροφικές μοναξιές.

Μεγαλώνοντας μπλέξαμε. Δουλειές, τρεξίματα, στα ελάχιστα διαλείμματα πάντα στις Κυκλάδες σε κακοτράχαλες παραλίες που δεν ευνοούσαν το ποδήλατο κι έτσι ο κολλητός των παιδικών χρόνων σταμάτησε να είναι απαραίτητος. Ώσπου ήρθαν τα παιδιά μου και ξανάνοιξε το σεντούκι με τα πολύτιμα κι άρχισαν να αποκτούν πάλι οι λέξεις σημασία. Ηλιοβασίλεμα, θάλασσα, ποδήλατο, ταξίδι. Έβαλα άνω τελεία στις υποχρεώσεις και στις πιστώσεις. Κι άρχισα να παρατηρώ την κόρη μου να προσπαθεί να κάνει τη μεγάλη της υπέρβαση για να ισορροπήσει στις δυο ρόδες. Το καλοκαίρι που τα κατάφερε φεύγαμε το πρωί και γυρνούσαμε το απόγευμα. Παίρναμε όλα τα δρομάκια κι όπου μας οδηγούσανε. Κουραζόμασταν και σταματούσαμε και κάναμε βουτιές. Στη συνέχεια γίναμε επαγγελματίες, πήραμε κράνος, φορέσαμε γάντια και αρχίσαμε τις μεγαλύτερες βόλτες. Ένα πρωινό είδαμε μια παρέα ξένων που γυρνούσανε την Ελλάδα με το ποδήλατο κι αφού τους πήραμε από πίσω πολλά χιλιόμετρα υποσχεθήκαμε ότι το άλλο καλοκαίρι θα πάμε μαζί τους. Το ποδήλατο έγινε πάλι σύμμαχος μου. Αυτή τη φορά για να προσεγγίσω τα παιδιά μου και να τους εμπνεύσω τη χαρά της απόδρασης, του ταξιδιού, του ονείρου. Κάπου εκεί έγινε το ποδήλατο αντίσταση. Αντίσταση στα ηλεκτρονικά παιχνίδια, στην απομόνωση και στην αποξένωση. Επιλέγαμε αυτοκίνητα που μπορούσανε να μεταφέρουνε ποδήλατα. Κι ήταν τόσο μεγάλη η χαρά μου όταν έβλεπα τα παιδιά μου τα καλοκαίρια να καίγονται στον ήλιο, να ρουφάνε τη ζωή και τα Χριστούγεννα αντί για game boy και play station να ζητούν το επόμενο ποδήλατο. Δεν λέω ότι το ποδήλατο και οι συχνές αποδράσεις μας ήταν η μόνη λύση, για μένα όμως ήταν ένας σοβαρός σύμμαχος. Φανταστείτε τη χαρά μου όταν μεγάλωσε και ο γιος μου και μου ζήτησε με απόγνωση να του μάθω εκείνο κιόλας το απόγευμα ποδήλατο σε δυο ρόδες γιατί βιαζότανε να ξεκινήσει προπόνηση. «Γιατί Στέργιο βιάζεσαι τόσο;» « Γιατί θέλω να κάνω το γύρο του κόσμου με τον κολλητό μου», μου είπε. «Πώς να πάω με 4 ρόδες;» Κι έτσι σκέφτηκα να γράψω αυτή τη μικρή ιστοριούλα,  το γύρο του κόσμου με το ποδήλατο.

Ο Πέτρος με το φίλο του το Στέργιο αποφασίζουν να κάνουν το γύρο του κόσμου. Στο τετράδιο Ταξιδιού, γράφουν  όσα πρέπει να πάρουν μαζί τους, πυξίδες, χάρτες, φακό κι όσα  δεν πρέπει να πάρουν μαζί τους, κορίτσια, μαμάδες, μπαμπάδες. Όταν όμως ο Στέργιος ανακοινώνει την απόφασή του να ταξιδέψουν με ποδήλατο, ο Πέτρος  βρίσκεται σε πολύ δύσκολη θέση. Πως λέει ένας ταξιδευτής στον κολλητό του: «δεν ξέρω ποδήλατο»; Η μαμά του φταίει για όλα. Αυτή τον πάει σε κάτι ξερονήσια χωρίς δρόμους. Τώρα ο Πέτρος πρέπει να μάθει απαραιτήτως, ποδήλατο.  Ζήτημα ζωής και θανάτου. Βάζει τα δυνατά του αλλά πέφτει και ξαναπέφτει. Ποιος όμως είπε ότι τα ωραία πράγματα στη ζωή είναι κι εύκολα; Ο Πέτρος θα καταλάβει ότι  για κάποια πράγματα αξίζει τον κόπο να βάζουμε τα δυνατά μας

Τώρα με τον γιο μου έχουμε κρατήσει ένα απόγευμα τη βδομάδα για το ποδήλατο. Κι ας μην είναι εύκολο να ανεβαίνουμε και να κατεβαίνουμε τους δρόμους του Μετς για να φτάσουμε στην εξοχή. Είναι όμως το δικό μας ραντεβού. Είναι κάτι που χαιρόμαστε κι οι δυο και το μοιραζόμαστε. Ονειρεύομαι πάντα ότι τα παιδιά μου θα γίνουν ταξιδευτές όπως άλλοι ονειρεύονται να μπούνε στο Πανεπιστήμιο ή να πετύχουν στη ζωή τους. Εγώ νομίζω ότι αν κατάφερα να τους κάνω να ονειρεύονται ταξίδια πέτυχα. Όλα τα υπόλοιπα ας τα διαλέξουνε μόνοι τους για το μυθιστόρημα της ζωής τους.


Τα μηλαράκια του Κόφινα

Τέλος καλοκαιριού στα Κάτω Καπετανιανά, στα Αστερούσια όρη, κάτω από τη σκιά του Κόφινα. Αρμενίζοντας  στο Λιβυκό πέλαγος. Από τις στιγμές που τσιμπιέμαι προσπαθώντας να καταλάβω αν ταξίδεψα ή είναι ακόμα ένα από τα πολλά παραμύθια του φίλου μου του Γιώργη που δουλεύει στο Ηράκλειο αλλά πάντα επιστρέφει στο χωριό του, τα Κάτω Καπετανιανά. Τόσα που έχω ακούσει θέλω να πηγαίνω και να ξαναπηγαίνω να δοκιμάσω τις τηγάνες, να πάω στην Τρυπητή, να σκαρφαλώσω στα βουνά,  να βρεθώ εκεί όλες τις εποχές. Γιατί εκεί ακόμα οι μέρες είναι διαφορετικές. Μια στάλα τόπος πως χωράει τόσες υποσχέσεις;

Υπόσχεση ήταν και η αυθεντικότερη επιβίωση δεντρολατρείας στο σύγχρονο κόσμο στις 14 Σεπτεμβρίου, του Τίμιου Σταυρού που γιορτάζει το μικρό εκκλησάκι γαντζωμένο στην κορυφή του Κόφινα. Τα αγόρια του χωριού ανεβαίνουν από την προηγουμένη. Ποιος θα κόψει τα μηλαράκια που θα τοποθετηθούν πάνω στην Αγία Τράπεζα; Οι μηλίτσες του Κόφινα ριζωμένες στα απόκρημνα βράχια. Τα λένε μηλαράκια αλλά έχουν μέγεθος ρεβυθιού και είναι οι καρποί της σορβιάς της ακανθώδους. Δέντρα που λένε πως φύτρωσαν εκεί που γκρεμίστηκε μια προσκυνήτρια στα βράχια. Οι καρποί θα μείνουν όλοι νύχτα στο νερό της πηγής και την άλλη μέρα θα τα ευλογήσει ο παπάς πάνω στην Αγία Τράπεζα. Μεγάλοι και μικροί ανεβαίνουν αξημέρωτα στο εκκλησάκι. Ο ιερέας αφού ευλογήσει τους καρπούς τους περιφέρει στην κορυφή συνοδευόμενος από όλους τους πιστούς. Στο τέλος οι βλογημένοι καρποί με πολλές θεραπευτικές ιδιότητες θα μοιραστούν σαν αντίδωρο στον κάθε πιστό. Κι αυτός θα τον κρατήσει στο εικόνισμα για να ξορκίσει το κακό για έναν ολόκληρο χρόνο. Κι ύστερα πάλι του χρόνου, να είμαστε καλά, να μετράμε καλοκαίρια στην κορυφή του Κόφινα, ατενίζοντας το Λιβυκό πέλαγος

«Αγαπημένη μου κυρία Ζωρζ Σαρή…»

«Αγαπημένη μου κυρία Ζωρζ Σαρή…»

Ένα γράμμα με 30 χρόνια καθυστέρηση

Στα χρόνια της δικής μου εφηβείας, αναζητώντας παράθυρα διαφυγής, ταξιδεύοντας σε σελίδες λογοτεχνίας, «ανακάλυψα» (επιτέλους έλεγα τότε!) μια συγγραφέα που είχε ζήσει όσα ονειρευόμασταν, που έλεγε όσα φοβόμασταν να πούμε, που άνοιξε όλα τα παράθυρα και φύσηξε καθαρός αέρας και ξεσκόνισε τις σκέψεις μας. Εκείνο το πρώτο βιβλίο της Ζωρζ Σαρή ήταν το «Όταν ο ήλιος…». Όταν το τέλειωσα, έκλαψα από συγκίνηση. Κι ύστερα το διάβασα και το ξαναδιάβασα. Έτσι η Ζωρζ Σαρή μπήκε πρώτα στην καρδιά μου κι ύστερα γέμισε τα ράφια της εφηβικής μου βιβλιοθήκης. «Κόκκινη κλωστή δεμένη», «Ο θησαυρός της Βαγίας», «Το ψέμα»

Δεύτερη μαμά τη σκεφτόμουνα, αφού, χωρίς να ρωτάω, απαντούσε σε όλα όσα ήθελα να μάθω. Της μιλούσα χωρίς να της γράφω. Της εμπιστευόμουνα τα μυστικά μου χωρίς να το ξέρει. Δε μ’ ένοιαζε αν θα τη συναντούσα ποτέ. Μου είχε στείλει τόσα δώρα. Όλα της τα βιβλία που διάβαζα με μανία. Ανάμεσα στις πρώτες ερωτήσεις που απηύθυνα στους καινούριους φίλους ήταν: «Τι διαβάζεις;». Αν μου απαντούσαν «Ζωρζ Σαρή» ή «Άλκη Ζέη» (κι άλλη μεγάλη αγάπη), ήξερα πως ήδη είχα πολλά να μοιραστώ μαζί τους. Τώρα που μεγάλωσα τόσο πολύ μου φαίνεται αστείο πως μια συγγραφέας μπορεί να ήταν εισιτήριο για μια καινούρια φιλία, αλλά τα χρόνια που μεγάλωνα δε μιλούσαμε για τηλεοπτικές εκπομπές, σίριαλ και τηλεπαιχνίδια. Τα βιβλία ήταν ένα βασικό θέμα συζήτησης.

Γνώρισα τη Ζωρζ Σαρή πολλά χρόνια μετά, ως μαμά της κολλητής μου, της Μελίνας Καρακώστα, και μ’ εντυπωσίασε για άλλη μία φορά. Ήταν όπως έγραφε. Γεμάτη χιούμορ, ζωντάνια και χαρά για τη ζωή. Άλλωστε και η ίδια το έχει πει: «Οι συγγραφείς γράφουν πριν απ’ όλα για τον εαυτό τους, για να εκφραστούν οι ίδιοι πριν απ’ όλα, για να σωθούν». Η Ζωρζ Σαρή σε όλα της τα βιβλία αναπλάθει με τόση ζωντάνια διαφορετικές καταστάσεις, διαφορετικές εποχές, που παρασέρνει τον νεαρό αναγνώστη, τον κάνει να νιώθει πάντα ότι με κάποιον τρόπο ήταν κι αυτός εκεί… Η ίδια λέει και ξαναλέει ότι το μόνο που έκανε όταν ξεκίνησε να γράφει ήταν να αντιγράφει τα παιδιά της («Ο θησαυρός της Βαγίας») ή να θυμάται τα δικά της παιδικά χρόνια («Τα στενά παπούτσια») ή τα χρόνια του σχολείου («Ε.Π.») ή τα χρόνια της κατοχής, της νεότητας και της αντίστασης («Όταν ο ήλιος…»).

Η Ζωρζ Σαρή γεννήθηκε το 1925 στην Αθήνα. Η μητέρα της ήταν Γαλλίδα από τη Σενεγάλη και ο πατέρας της από το Αϊβαλί. Στην Ελλάδα τέλειωσε το δημοτικό και το γυμνάσιο. Στη διάρκεια της γερμανικής κατοχής συμμετέχει στην Αντίσταση και φοιτά στη δραματική σχολή του Δημήτρη Ροντήρη. Ή ίδια θυμάται εκείνη την περίοδο μ’ έναν εντελώς ιδιαίτερο τρόπο: «Τα χρόνια της Κατοχής ήταν χρόνια χαράς και ελευθερίας. Από δυστυχισμένοι γίναμε ευτυχισμένοι. Και αυτό γιατί διαλέξαμε τον δρόμο της ζωής και ας υπήρχε θάνατος μέσα. Θρηνούσαμε και χαιρόμασταν όλοι μαζί. Δε φοβόμασταν όμως. Υπήρχε ένας στόχος, η απελευθέρωση».

Το 1947 έφυγε εξόριστη για το Παρίσι, όπου συνέχισε μαθήματα υποκριτικής. Στην Ελλάδα επέστρεψε το 1962 και συνέχισε να παίζει θέατρο μέχρι την εποχή της δικτατορίας, όταν μαζί με άλλους ηθοποιούς αποφάσισαν να κάνουν παθητική αντίσταση και να μην ξαναπαίξουν στο θέατρο. Νομίζανε ότι θα ήταν για λίγους μήνες, γιατί, όπως λέει η ίδια πάλι με χιούμορ, «Βλέπεις, δε φανταζόμασταν ότι η δικτατορία θα κρατούσε τόσα χρόνια». Εκείνο το καλοκαίρι ξεκίνησε να γράφει το πρώτο της μυθιστόρημα, τον «Θησαυρό της Βαγίας», σαν παιχνίδι με τα παιδιά της και τους φίλους τους. Όταν είδε τη μεγάλη επιτυχία που είχε το βιβλίο, αποφάσισε να στραφεί στη συγγραφή. Αποδείχτηκε πολυγραφότατη, αφού έχει ήδη γράψει πάνω από είκοσι μυθιστορήματα, θεατρικά παιδικά έργα και βιβλία για πιο μικρά παιδιά. Έχει επίσης κάνει αρκετές μεταφράσεις μυθιστορημάτων από τα γαλλικά. Όλα της τα βιβλία έχουν κάνει πολλές επανεκδόσεις, ενώ κάποια έχουν βραβευτεί.

Βέβαια το σημαντικότερο βραβείο για τη Ζωρζ Σαρή είναι ότι, παρόλο που τα χρόνια περνάνε και οι καιροί αλλάζουν, τα παιδιά συνεχίζουν ν’ αγαπούν τα βιβλία της, συνεχίζουν να της γράφουν για να εκφράσουν τον θαυμασμό τους.

Ποιο είναι τελικά το μυστικό των βιβλίων της Ζωρζ Σαρή; Τι είναι αυτό που κάνει να τα διαβάζουν ευχάριστα τόσο οι μεγάλοι όσο και οι μικροί; (Πολύ τελευταία διάβασα το μυθιστόρημά της «Νινέτ» και νομίζω ότι είναι το καλύτερό της.) Πώς καταφέρνει να κερδίζει τα παιδιά; Μήπως γιατί ήταν από τους πρώτους συγγραφείς που τόλμησαν να μιλήσουν για σύγχρονα θέματα στα παιδιά χωρίς να σκορπούν ξύλινα διδάγματα; Μήπως γιατί οι ήρωές της είναι τόσο αληθινοί σαν τους φίλους που παίζουμε τα καλοκαίρια; Μήπως γιατί μιλάει πάντα για παιδιά με προσωπικότητα, ενδιαφέροντα και κρίση;

Νομίζω ότι την απάντηση τη δίνει η ίδια σε μια παλιά της συνέντευξη: «Ναι, είναι προσωπικά τα βιώματα των μυθιστορημάτων μου. Όμως η πανταχού παρούσα πρωταγωνίστρια (εγώ) είναι το “κόλπο” για να μιλήσω για το ιστορικό παρελθόν της χώρας μου (Κατοχή, Αντίσταση, Εμφύλιος, δικτατορία). Τα μυθιστορήματά μου τα πιστεύω περιπετειώδη μιας κι η ζωή είναι μια “περιπέτεια”… Οι προθέσεις μου, γράφοντας, ήταν η δική μου ανακούφιση, για να μην πω τη λέξη “λύτρωση”».

 

Όσο ήμουνα παιδί, δεν έγραψα γράμμα στην αγαπημένη μου συγγραφέα. Σήμερα, αν της έγραφα, θα της έλεγα ακριβώς τα ίδια που ήθελα να της πω και τότε:

Αγαπημένη μου κυρία Ζωρζ Σαρή, σας ευχαριστώ που μου μιλήσατε για την ελευθερία, την αξιοπρέπεια, τη φιλία σε μια εποχή που έψαχνα λιθαράκια για να στήσω τις αρχές της ζωής μου.