Σιγά μην περιμένει η ζωή πίσω από κλειστές πόρτες

ή

Να προσέχετε τους καρχαρίες

Μεγαλώνοντας, αδειάζουν τα χρώματα. Η οργή, ο θυμός, ο φόβος, η αγωνία. Όλα μπαίνουν στη ζωή μας, όλα χωράνε. Οι επιτυχίες, οι χαρές, οι απώλειες. Αν όμως θυμάμαι μια περίοδο εντελώς στοχευμένη, μια περίοδο όπου ένας ήταν ο σκοπός, μια περίοδο που έμοιαζε ότι θα πηδούσαμε πάνω από το αυλάκι της ευτυχίας, από το «ήμουν» στο «θα είμαι», ήταν η περίοδος των πανελληνίων εξετάσεων.

Δεν ξέρω αν έφταιγε ότι μεγάλωνα στην επαρχία, δεν ξέρω αν οι γονείς μου θεωρούσαν το πανεπιστήμιο μονόδρομο και μας είχαν γαλουχήσει με το όνειρο των σπουδών.

Δεν ξέρω αν έφταιγε ότι όλοι οι ωραίοι τύποι στην πόλη μας ήταν οι φοιτητές που έρχονταν στις γιορτές και κάνανε την πόλη πολύχρωμη.

Δεν ξέρω τι έφταιγε, πάντως ήξερα καλά ότι υπήρχε μια κόκκινη γραμμή που έκοβε τα πάντα στα δύο. Οι εξετάσεις για το πανεπιστήμιο. Το πριν και το μετά. Κοιτούσα με θλίψη τα παιδιά που δεν τα κατάφεραν κι έκαναν κι άλλο χρόνο φροντιστήριο, κι άλλο, κι ύστερα; Προσωπικά δεν μπορούσα να φανταστώ τίποτα ύστερα απ’ αυτό. Τώρα που το σκέφτομαι, νομίζω ότι από το δημοτικό ένα κομμάτι της προσπάθειας μου ήταν για τότε που θα πάω στο πανεπιστήμιο, θα φύγω από τη Λάρισα, θα γίνω ανεξάρτητη, θα γίνω εγώ, θα ξέρω τι θέλω και πού πάω. Θα μπορώ να σχεδιάσω ταξίδια και θα μπορώ να κάνω ό,τι θέλω, δηλαδή τόσα διαφορετικά σενάρια ζωής.

Είχαμε φορτώσει με τόσες προσδοκίες αυτό το πέρασμα στο πανεπιστήμιο. Ήταν το διαβατήριο για την έξοδο από τους περιορισμούς της γενέθλιας γης στις προσκλήσεις μιας μεγαλούπολης, όπου μας περίμεναν η ποίηση, η επανάσταση αλλά και ο έρωτας. Εκεί, στο πανεπιστήμιο, θα ζούσαμε με τα… χίλια.

Ίσως γι’ αυτό ακούω πανελλήνιες και με πιάνει ακόμα πανικός. Θυμάμαι διάβαζα στο μπαλκόνι, καταπατώντας όλες τις υποσχέσεις ότι θα κοιμηθώ νωρίς, θα χαλαρώσω, δε θα έχω άγχος. Το τραπεζάκι γεμάτο σημειώσεις και γαρδένιες, απέναντι το πάρκο του Αλκαζάρ, νύχτα καλοκαιριού γεμάτη ήχους και μυρωδιές και υποσχέσεις, κι εγώ να μετρώ όλη τη ζωή μου την επόμενη μέρα. Αν δεν γράψω, αν δεν περάσω, αν δε φύγω. Την άλλη μέρα έγραφα σ’ ένα εξεταστικό κέντρο στην άλλη πλευρά της πόλης. Φτάνοντας, συνειδητοποίησα ότι είχα ξεχάσει την ταυτότητα. Γυρίσαμε πίσω, το αυτοκίνητο περνούσε όλα τα φανάρια ανεξαρτήτως χρώματος, έφτασα την ώρα που έκλειναν οι πόρτες, αλλά μπροστά στην απελπισία μου άνοιξαν. Για χρόνια μετά έβλεπα τον ίδιο εφιάλτη, ότι δε θα προλάβω, ότι οι πόρτες δε θα ανοίξουν, ότι η ζωή θα φύγει χωρίς εμένα μέσα. Μετά, πολύ μετά, κατάλαβα. Σιγά μην περιμένει η ζωή πίσω από κλειστές πόρτες.

Δε θα ήθελα τα παιδιά μου να περάσουν την ίδια αγωνία. Θα ήθελα να τους μάθω ότι η ευτυχία είναι φτιαγμένη από άλλα υλικά. Πως ό,τι κι αν διαλέξουν, πρέπει να το θέλουν πολύ. Θυμάμαι κάποια φίλη που ήθελε να σπουδάσει χορό, «και δε θα πάει στο πανεπιστήμιο;» είχε πει η θεία Λιλή. Ο χορός, η μουσική ήταν δραστηριότητες παράλληλες των πανεπιστημιακών χρόνων κι όχι σκοπός. Τι μικρός που ήταν ο κόσμος που ονειρευόμουν. Όχι, δε θέλω να σκέφτονται έτσι τα παιδιά. «Κι αν ο γιος σου σου πει ότι θέλει να γίνει ποδηλάτης ή ορειβάτης ή εκπαιδευτής δελφινιών, θα τον αφήσεις;» με ρώτησε μια φίλη.

Ναι, και μάλιστα θα φουσκώσω κι όσο μπορώ τα πανιά του για να κάνει το όνειρό του μεγαλύτερο. Γιατί τώρα ξέρω ότι καμιά πόρτα δε μας κάνει ευτυχισμένους, αν δε μάθαμε από μικροί να εκτιμάμε τη ζωή. Να δίνουμε μάχες. Να χαμογελάμε στα μικρά θαύματα της καθημερινότητας.

Το μόνο που θα πω στον γιο μου είναι αυτό που μου είπε και μένα ένας μικρός μου φίλος όταν του εκμυστηρεύτηκα το παιδικό μου όνειρο να κάνω τον γύρο του κόσμου με το ποδήλατο. «Κυρία, να προσέχετε όμως τους καρχαρίες. Δηλαδή, όταν θα βάλετε το ποδήλατο πάνω στη σχεδία ή στη βάρκα, να προσέχετε τους καρχαρίες μην τρυπήσουν τις ρόδες».

Και κάτι ακόμα που μου έμαθαν τα παραμύθια. Μπροστά μας ανοίγονται πολλοί δρόμοι. Άλλος πάει στο βουνό, άλλος στη θάλασσα, άλλος στο πανεπιστήμιο, άλλος στο χωριό. Είναι κρίμα να μην πάρεις τον δικό σου δρόμο. Κι αν πάλι συναντήσετε στον δρόμο σας καρχαρίες, προσέχετε μην τρυπήσουν τις ρόδες.

Ταξιδευτές 4 εποχών

Την αγόρασα πριν από 12 χρόνια. Τα παιδιά μου μικρά ακόμα, ήθελα να τους μυήσω σε διακοπές με σκηνή. Η Αλεξάνδρα 9, ο Στέργιος 4. Καλεσμένοι στο κτήμα της κολλητής. Όλες οι φίλες θα πηγαίναμε με τα παιδιά μας. Δεν είχα σκηνή και άρχισα την έρευνα αγοράς. Ήταν η ακριβότερη αλλά και η καλύτερη με διαβεβαίωσαν: «Τεσσάρων εποχών, βλέπετε». Το σκεφτόμουνα όταν χτύπησε το τηλέφωνο και ήταν ο άντρας μου ο οποίος μου είπε να την πάρω αμέσως γιατί ονειρευόταν διακοπές χειμώνα καλοκαίρι στη σκηνή. Στο κτήμα όλοι γέλασαν μαζί μου «Να σας δούμε χειμώνα στη σκηνή».

Όταν την άνοιξα συνειδητοποίησα ότι τόσα χρόνια ήμουνα βοηθός σκηνής. Εκτελούσα διαταγές αλλά ποτέ δεν είχα στήσει μια σκηνή ολομόναχη. Τα παιδιά με κοιτούσαν και περίμεναν να τους πω. Δεν ήθελα να τους απογοητεύσω κι έτσι μετά από πολλές ώρες ταλαιπωρία τα καταφέραμε οι τρεις μας και μπήκαμε στη σκηνή. Από εκείνη τη στιγμή άρχισαν τα πρώτα παράπονα. «Δεν μου αρέσει να κοιμάμαι πάνω στο χώμα. Δεν μου αρέσουν τα ζουζούνια. Φοβάμαι τα σκοτάδια που τρέχουν πάνω στη σκηνή». Τα ξεπεράσαμε όλα. Και σε λίγο ήμασταν όλοι πανευτυχείς κι έτοιμοι να απολαύσουμε τις διακοπές μας. Γελούσαμε κι ας έμπαινε χώμα στη σκηνή, βγάζαμε με προσοχή όποιο έντομο μας επισκεπτόταν δίχως πρόσκληση και τα σκοτάδια ήταν η αφετηρία για την επόμενη ιστορία.

Θυμάμαι τα δυο παιδιά επέμεναν να κοιμηθώ στη μέση. Ανοίξαμε το πίσω παράθυρο. Άκουγα την αναπνοή τους και κοιτούσα τα αστέρια. Μου φάνηκε ότι ένα αστέρι αναβόσβησε σαν να άκουσε την ευχή μου. «Να είμαστε πάντα καλά. Να αγκαλιαζόμαστε και να χωράμε στη σκηνή. Να ταξιδεύουμε. Να γνωρίζουμε τον κόσμο. Να γίνουν τα παιδιά μου ταξιδευτές».

Ξανασυναντήθηκα με τη σκηνή μετά από 12 χρόνια. Τα παιδιά αποφάσισαν να στήσουνε τη σκηνή στην παραλία της Ελυγιάς. Πριν τους υποσχεθώ ότι θα πάω στο Ηράκλειο να τους αγοράσω ανακάλυψα στην αποθήκη τη σκηνή με το ονοματεπώνυμο: 4 εποχών. Την έστειλα φωτογραφία στα παιδιά. «Εκείνη η σκηνή από το κτήμα στο Άστρος; Καλά μαμά άξιζε τα λεφτά της». 

Τόσα χρόνια και περίμενε εκείνη την υπόσχεση, «διακοπές χειμώνα, καλοκαίρι με σκηνή». Πήγα να γκρινιάξω αλλά ύστερα θυμήθηκα πόσα αγαπημένα καλοκαίρια πέρασα με τα παιδιά μου αγκαλιά σε κρεβάτια, σε παραλίες, σε πεζούλες. Και τα κατάφερα κι αγάπησαν τα καλοκαίρια, αγάπησαν τα φαράγγια, τις μοναχικές παραλίες, τις εξερευνήσεις και τις περιπέτειες. Τα κατάφερα. Κι ας περίμενε η σκηνή τόσα χρόνια. Η ευχή έπιασε. Τα παιδιά μου έγιναν ταξιδευτές  4 εποχών.